Γιατί ανεβαίνουν πάλι τα ελληνικά spreads

Κέρδος

Γιατί ανεβαίνουν πάλι τα ελληνικά spreads

Δεν κράτησε για πολύ η ευφορία για την πτώση των spreads των ελληνικών ομολόγων, καθώς ήδη από την περασμένη εβδομάδα αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ευάλωτα στις δυσμενείς μεταβολές των αποδόσεων των ομολόγων όλων των χωρών που εντάσσονται στη μεγάλη κατηγορία των Emerging Markets.

Χθες τα spreads των ελληνικών ομολόγων ξεπέρασαν και τις 700 μονάδες βάσης από το επίπεδο των 550 που είχαν υποχωρήσει το προηγούμενο διάστημα αν και προς το τέλος της ημέρας υποχώρησαν ελαφρώς κάτω από τις 700 μ.β. χωρίς αυτό πάντως να σημαίνει αντιστροφή της τάσης.

Το ελληνικό 10ετές ομόλογο εμφάνισε χθες απόδοση 8,61% από 8,13% την Παρασκευή με τιμή 65,75 με 66,75 μονάδες βάσης. Επιδείνωση παρουσιάστηκε χθες και στις περισσότερες αγορές ομολόγων στην Πορτογαλία το 10ετές στο 5,26%, στην Ιρλανδία στο 3,30% και στην Ισπανία στο 3,80%.

Οπως, πάντως, σχολιάζουν στελέχη της αγοράς, η νέα αυτή εκτίναξη των αποδόσεων δεν συνδέεται άμεσα, αν και επηρεάζεται, με την επαναξιολόγηση του ελληνικού ρίσκου από τους διεθνείς επενδυτές. Περισσότερο είναι συνδεδεμένη με το κύμα ρευστοποιήσεων κρατικών τίτλων αναδυόμενων αγορών που προκλήθηκε από την πολιτική της FED να παρέμβει περιοριστικά στις κινήσεις των hedge funds στις αγορές αυτές. Σύμφωνα με τα ίδια στελέχη, στα χαρτοφυλάκια των hedge funds έχουν συμπεριληφθεί και τα ελληνικά ομόλογα με αποτέλεσμα να έχουν συμπαρασυρθεί από τις ρευστοποιήσεις που αποφασίστηκαν.

Ταυτόχρονα όμως υπάρχουν και αρνητικά στοιχεία που συνδέονται αποκλειστικά με την αξιολόγηση των ελληνικών κρατικών τίτλων και τη μορφολογία της αγοράς. Καταρχάς η ελληνική αγορά παραμένει εξαιρετικά ρηχή και αυτό δεν διευκολύνει τις κινήσεις των επενδυτών καθώς δεν μπορεί να απορροφηθεί η προσφορά όταν εκδηλώνεται.

Περαιτέρω, είναι πολύ λογικό με βάση τους όρους λειτουργίας της αγοράς, η άνοδος του προηγούμενου διαστήματος να οδήγησε σε μία φυσική διόρθωση και σε αποφάσεις αποκόμισης των κερδών (profit taking) κάτι που στον βαθμό που συμβαίνει προοιωνίζεται καλύτερη συμπεριφορά στο εγγύς μέλλον.

Από την άλλη πλευρά, βεβαίως, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η αρνητική τάση να συνεχιστεί, κάτι που θα επηρεαστεί κυρίως από την ευρύτερη συγκυρία στο ελληνικό πολιτικό και οικονομικό πεδίο. Οι επενδυτές παρακολουθούν ως γνωστόν πολύ στενά την ελληνική περίπτωση εκτιμώντας ότι η ρευστότητα στο πολιτικό πεδίο θα αυξηθεί όσο προχωράμε προς τις εκλογές.

Οι αναλύσεις για τη συγκυρία στην Ελλάδα έχουν αρχίσει να πολλαπλασιάζονται με αιχμή την ανατροπή των πολιτικών ισοροπιών που μπορεί να προκληθεί από το εκλογικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών και επηρεάζονται άμεσα από την ισχύ και τη σταθερότητα του κυβερνητικού συνασπισμού.

Ταυτόχρονα επιβαρυντικά στις αναλύσεις για την Ελλάδα έχει αρχίσει να λειτουργεί η προφανής πλέον εμπλοκή των σχέσεων με την τρόικα και οι άμεσες αλλά και πιο μεσοπρόθεσμες συνέπειές της. Η αυστηροποίηση της γλώσσας που χρησιμοποιούν οι αξιωματούχοι των Βρυξελλών, οι εκκρεμότητες και οι διαφωνίες κυβέρνησης - τρόικας δεν περνούν απαρατήρητες, ενώ μικρή φαίνεται να είναι και η θετική συμβολή της πραγματικής επιτυχίας επίτευξης του πρωτογενούς πλεονάσματος στον προϋπολογισμό του 2013.

Αμεσα συνδεδεμένο είναι και το μείζον θέμα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους που ασφαλώς επηρεάζει τη στρατηγική των ξένων χαρτοφυλακίων, καθώς αποτελεί παράγοντα μόνιμης αβεβαιότητας. Σήμερα η υπόθεση αυτή παραμένει σε εκκρεμότητα με την τάση που επικρατεί σε Βρυξέλλες και Φρανκφούρτη να είναι εξαιρετικά περιοριστική και να εμπεριέχει μόνο την επιμήκυνση και τη μείωση του επιτοκίου σε άμεση συνάρτηση με τις υποχρεώσεις του Νέου Δημοσιονομικού Συμφώνου.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ιδιαίτερο προβληματισμό στους επενδυτές προκαλεί η εμπλοκή και οι καθυστερήσεις που σημειώνονται στην προώθηση των θεμάτων που αφορούν στον ελληνικό τραπεζικό τομέα, καθώς παραμένει ανοιχτό το ζήτημα των τελικών κεφαλαιακών αναγκών των συστημικών τραπεζών. Η συζήτηση δε που έχει ανοίξει για το πραγματικό τους ύψος, τις αμφισβητήσεις της τρόικας και τη σκληρή στάση της ΕΚΤ που ζητεί, όπως φαίνεται το μέγιστο των προβλέψεων, έχει προβληματίσει έντονα τους επενδυτές.