Μεγαλύτερο μερίδιο στην Ελλάδα, απώλειες στα Βαλκάνια

MarketNews

Μεγαλύτερο μερίδιο στην ελληνική αγορά, αλλά απώλειες στα Βαλκάνια, κατέγραψε το 2012 η βιομηχανία Αλουμύλ, ισχυρότερη εταιρεία διέλασης αλουμινίου στην Ελλάδα, η οποία παρουσίασε κάμψη πωλήσεων και, συγχρόνως, μείωση των υψηλών, ακόμα, ζημιών της.

Σε ενοποιημένη βάση η επιχείρηση πραγματοποίησε πωλήσεις ύψους 198,11 εκατ. ευρώ, μειωμένες έναντι του 2011 κατά 2,6%. Αυτές στην Ελλάδα ήταν αξίας 118,17 εκατ. ευρώ, μειωμένες επίσης κατά 3,5%. Δεδομένου ότι η ποσοστιαία πτώση των πωλήσεων στην ελληνική αγορά αλουμινίου το ίδιο έτος ήταν διψήφια, προκύπτει αναμφισβήτητα βελτίωση του μεριδίου που κατέχει στην εγχώρια αγορά, παράλληλα όμως με απώλειες θέσεων στις λοιπές βαλκανικές χώρες, στις οποίες κατά κόρον επενδύει τα τελευταία χρόνια και το 2012 διέθεσε περί τα 5,6 εκατ. ευρώ για επενδυτικούς σκοπούς σε βιομηχανικές και εμπορικές μονάδες της στη Σερβία, τη Ρουμανία και την Αλβανία, δηλαδή περίπου το 70% των ετήσιων επενδυτικών δαπανών της, συνολικού ύψους 8,1 εκατ. ευρώ.

Οι πωλήσεις της σε αυτές τις χώρες ήταν ύψους 48,71 εκατ. ευρώ, μειωμένες κατά 12,6% και ίσες προς το 24,6% των συνολικών της εσόδων, έναντι αντίστοιχου ποσοστού 27,4% το 2011.

Η συγκράτηση της μείωσης των συνολικών πωλήσεων της Αλουμύλ σε χαμηλά μονοψήφια επίπεδα οφείλεται στην αύξηση των πωλήσεών της σε λοιπές ευρωπαϊκές, αφρικανικές και ασιατικές χώρες κατά 24,4%, σε 31,23 εκατ. ευρώ, από 25,10 εκατ. ευρώ έναν χρόνο πριν. Οι πωλήσεις προς τις χώρες αυτές ανήλθαν σε 15,8% των συνολικών, από 12,3% το 2011, αντανακλώντας τις προσπάθειες της εταιρείας να διεθνοποιήσει ακόμη περισσότερο τις δραστηριότητές της, καθώς συμπιέζεται η ζήτηση για οικοδομικό προφίλ αλουμινίου όχι μόνο στην ελληνική, αλλά σε ολόκληρη τη βαλκανική αγορά.

Η επιχείρηση θα εξακολουθήσει κατά το 2013, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του διοικητικού συμβουλίου της, να επενδύει στη διεθνή δραστηριοποίησή της, δεδομένου ότι οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης στην εγχώρια αγορά, από την οποία πέρυσι άντλησε το 59,6% όλων των εσόδων της, «δεν μπορεί να την αφήσει ανεπηρέαστη». Συγχρόνως, θα συνεχίσει τις προσπάθειες της να πετύχει οικονομίες κλίμακας με περαιτέρω αναδιοργάνωση του ομίλου και οργανωτική σύμπτυξη των εν Ελλάδι θυγατρικών, μείωση του κόστους παραγωγής και βελτιστοποίηση των διαδικασιών και εκμετάλλευσης πόρων».

Η πρόοδος άλλωστε που επιτεύχθηκε το 2012 δεν ήταν αρκετή για να περιορίσει δραστικά και πολύ περισσότερο για να αντιστρέψει τη ζημιογόνο πορεία που ακολουθεί ο όμιλος από το ξέσπασμα περίπου της κρίσης.

Σε ενοποιημένη βάση, από κοινού με τις θυγατρικές της, η επιχείρηση το 2012 κατέγραψε μεικτά κέρδη 39,55 εκατ. ευρώ έναντι 38,41 εκατ. ευρώ το 2011 (+3,0%), κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) 9,55 εκατ. ευρώ έναντι 10,27 εκατ. ευρώ το 2011 (-7,0%), ζημιές προ φόρων και τόκων (EBIT) 1,32 εκατ. ευρώ έναντι 2,28 εκατ. ευρώ το 2011 (+42,1%), ζημιές προ φόρων και δικαιωμάτων μειοψηφίας 11,72 εκατ. ευρώ έναντι 12,10 εκατ. ευρώ το 2011 (+3,2%) και καθαρές ζημιές, μετά την αφαίρεση των φόρων και των δικαιωμάτων μειοψηφίας, ύψους 11,45 εκατ. ευρώ έναντι 13,35 εκατ. ευρώ το 2011 (+14,2%). Βελτιώθηκαν, ως ποσοστό των εσόδων, τα μεικτά κέρδη στο 19,9% από 18,9% και τα αποτελέσματα προ φόρων και τόκων (EBIT) στο -0,7% από -1,1%. Αντιθέτως, συρρικνώθηκαν ως ποσοστό των εσόδων τα κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) στο 4,8% από 5%.

Επίσης, περιορίστηκε ο τραπεζικός δανεισμός και επιτεύχθηκε σχεδόν διπλασιασμός των δεικτών άμεσης και κυκλοφοριακής ρευστότητας, αν και δεν αποφεύχθηκε η αύξηση του χρηματοοικονομικού κόστους, λόγω της ανόδου των επιτοκίων. Οι χρηματοοικονομικές δαπάνες του ομίλου ανήλθαν σε 10,84 εκατ. ευρώ, ίσες προς το 5,5% των πωλήσεων, από 5,1% έναν χρόνο πριν.

Η αυξανόμενη διεθνής δραστηριοποίηση της επιχείρησης το 2012, σε συνδυασμό με μέτρα μερικής και περιοδικής απασχόλησης σε ορισμένες μονάδες της, μεταφράστηκε σε ελαφρά αύξηση του συνολικού προσωπικού της. Στο επίπεδο του ομίλου οι απασχολούμενοι εμφανίζεται να αυξήθηκαν σε 1.825 από 1.816 έναν χρόνο πριν. Ωστόσο, οι δαπάνες του για μισθούς και ημερομίσθια μειώθηκαν κατά 10,2%.