Χ.Α.: Κι όμως, οι ξένοι παραμένουν στις θέσεις τους - Ποια η επενδυτική στρατηγική

Χαρίτος Σταύρος

Χ.Α.: Κι όμως, οι ξένοι παραμένουν στις θέσεις τους - Ποια η επενδυτική στρατηγική, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα

Κούρεμα στις προσδοκίες της αγοράς για κάτι καλύτερο και κυρίως για να ξεκολήσει απότη ζώνη των 1.120 - 1.300 μονάδων έκαναν το Σαββατοκύριακο που πέρασε, αλλά και χθες οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι που καταπιάνονται με την Ελληνική υπόθεση βιωσιμότηττας του χρέους.

Τόσο ο κ. Όλι Ρεν, αρμόδιος για τα οικονομικά στην Ε.Ε., όσο και ο επικεφαλής του Eurogroup κ. Γέρουν Ντάισελμπλουμ, ξεκαθάρισαν ότι πριν το δεύτερο εξάμηνο δεν πρόκειται ν ανοίξει καμία ατζέντα και καμία συζήτηση για την Ελλάδα, το χρέος και την κάλυψη του δημοσιονομικού κενού.

Η δε Γερμανίδα Καγκελάριος, όπως έγραψε ο Γερμανικός Τύπος το Σαββατοκύριακο εκφράζει τη διαφωνία της με τον υπουργό Οικονομικών κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε να δοθεί βοήθεια στην Ελλάδα πριν από τις Ευρωεκλογές. Κι αν αυτό βολεύει την Αθήνα, αφού θα φανεί εμπράκτως η αλληλεγγύη των εταίρων, με τα όποια εκλογικά οφέλη για τη Νέα Δημοκρατία, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους Ευρωπαίους, που θέλουν να πάνε στις κάλπες χωρίς να έχουν οι ψηφοφόροι στο μυαλό τους ότι έδωσαν ή θα πρέπει να δώσουν κι άλλα λεφτά στη χώρα μας.

Επιπρόσθετα, το Eurogroup επανέφερε στο προσκήνιο τη γνωστή... γραφειοκρατία των Βρυξελλών, ότι για να δοθείο νέα βοήθεια στην Ελλάδα, θα πρέπει να υπάρχουν τα επίσημα στοιχεία για το πρωτογενές πλεόνασμα, κάτι που δεν μπορεί να γίνει νωρίτερα από τις 23 Απριλίου!

Υπό αυτά τα δεδομένα είναι απορίας άξιο το πως η αγορά κρατιέται πολύ κοντά στα υψηλά έτους και σε απόσταση ασφαλείας από τις 1.300 μονάδες, χωρίς να δώσει αξιοσημείωτη διόρθωση. Οι ξένοι, παρά τον χαμηλό τζίρο, όπως όλα δείχνουν παραμένουν στις θέσεις τους και φαίνεται ότι προς το παρόν βολεύονται με τις φήμες και τις προσδοκίες για αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας από δύο οίκους αξιολόγησης. Επίσης, τα στοιχεία για το ΑΕΠ, μπορεί να δείχνουν ανακοπή της ύφεσης στα επίπεδα του 2,7%, αλλά η αγορά ξέρει ότι δεν έγινε η... έκπληξη.

Το επόμενο νέο που περιμένει να ακούσει η αγορά ή μάλλον να την... εκπλήξει, δεν είναι άλλο από τα τραπεζικά
stress tests, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για κεφαλαιακές ανάγκες κοντά στα 5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 2,5 δισ. ευρώείναι τα κεφάλαια που θα αντλήσει η Eurobank από την αγορά κατά τη διαδικασία αύξησης κεφαλαίου.

Πάντως, οι ξένοι συνεχίζουν να στηρίζουν την εγχώρια κεφαλαιαγορά με τελευταίο... πελάτη το fund Argonaut που βλέπει ευκαιρίες στα χρηματιστήρια του Νότου, και ειδικά στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ιταλία, την Ιρλανδία και την Ισπανία. Ο Μπάρι Νόρις, ένας από τους πιο επιτυχημένους διαχειριστές κεφαλαίων της Ευρώπης, έχει τοποθετηθεί μαζικά στις αγορές των περιφερειακών χωρών της ευρωζώνης, καθώς εκτιμά ότι θα προσφέρουν «εξαιρετικές αποδόσεις».

Ο κ. Νόρις, επικεφαλής επενδύσεων της Argonaut Capital Partners, έχει επενδύσει το 39% των 219 εκατομμυρίων των κεφαλαίων του Argonaut European Alpha Fund, στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία. Μέχρι στιγμής φέτος, η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά σημειώνει κέρδη κοντά στο 10%, το χρηματιστήριο της Πορτογαλίας ενισχύεται 8%, της Ιταλίας 7,7%, της Ιρλανδίας 7,2% και της Ισπανίας 2,5%, τη στιγμή που οι περισσότερες άλλες παγκόσμιες αγορές σημειώνουν απώλειες.

Ο κ. Νόρις υποστηρίζει ότι οι χρηματιστηριακές αγορές του Νότου θα συνεχίσουν την ανοδική τους πορεία, επωφελούμενες από την στροφή των επενδυτών μακριά από τις αναδυόμενες αγορές, καθώς και από την οικονομική ανάκαμψη. Το ράλι των αγορών από τον Αύγουστο του 2012 έχει ωθήσει τον δείκτη τιμής / κέρδη (p/e) για την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Ωστόσο, ο κ. Νόρις επισημαίνει ότι πολλές εταιρείες στην περιοχή της περιφέρειας θα δουν σημαντικό άλμα της κερδοφορίας τους χάρη στις πολιτικές αναδιάρθρωσης και μείωσης του κόστους που έχουν ακολουθήσει. Η κερδοφορία των εταιρειών είναι μεταξύ του 17% και του 38% του επιπέδου κορυφής του 2007 στις περιφερειακές αγορές, σε σύγκριση με το 47%-87% των εταιρειών στην υπόλοιπη Ευρώπη.