Η τάση επαναφοράς των δημοψηφισμάτων στην ΕΕ

Παπαδόπουλος Ιωάννης

Η τάση επαναφοράς των δημοψηφισμάτων στην ΕΕ

Όλοι θυμούνται τις δραματικές συνθήκες υπό τις οποίες ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Γιώργος Παπανδρέου αναγκάστηκε να αποχωρήσει απ’ την εξουσία τον Οκτώβριο του 2011.

Πολλά προβλήματα είχαν ασφαλώς συσσωρευτεί, αλλά θρυαλλίδα των εξελίξεων αποτέλεσε η απόφασή του να διενεργήσει δημοψήφισμα για την παραμονή ή όχι της χώρας στην ευρωζώνη.

Το δημοψήφισμα υπήρξε πάντοτε ένα αμφιλεγόμενο εργαλείο άσκησης πολιτικής: στα χρόνια 1958-1969, όταν στη Γαλλία μεσουρανούσε το άστρο του Στρατηγού Ντε Γκολ, τόσο η Αριστερά όσο και το Φιλελεύθερο Κέντρο τον κατηγορούσαν ότι είχε καταχραστεί την προσφυγή σε δημοψηφίσματα προκειμένου να νομιμοποιείται ο ίδιος ως πολιτικός ηγέτης απευθείας απ’ το λαό, παρακάμπτοντας τα πολιτικά κόμματα και τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες.

Όμως η εμπλοκή που έχει εμφανιστεί στη διαδικασία της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης απ’ το ξέσπασμα της συστημικής κρίσης της ευρωζώνης το 2009 έχει επαναφέρει δυναμικά τα δημοψηφίσματα στην ημερήσια διάταξη αρκετών Ευρωπαϊκών χωρών. Ας δούμε δύο παραδείγματα απ’ την προηγούμενη εβδομάδα.

Στην Ολλανδία, μία από τις ιδρυτικές χώρες της ΕΟΚ που ανήκει στον πυρήνα της ευρωζώνης, ο πρώην ηγέτης του Εργατικού Κόμματος, αναπληρωτής πρωθυπουργός και υπουργός οικονομικών Βούτερ Μπος διατύπωσε και αυτός ανοιχτά την προτίμησή του για ένα δημοψήφισμα σχετικά με την παραμονή της Ολλανδίας στο ευρώ. «Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να αποκτήσει σαφήνεια ο διάλογος γύρω από την ευρωζώνη, τα προγράμματα στήριξης σε αδύναμες χώρες και την τραπεζική ένωση. Μόνο έτσι θα δοθεί δημοκρατική νομιμοποίηση στην Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση», δήλωσε ο Μπος.

Στη Μεγάλη Βρετανία, ο Συντηρητικός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον έχει δεσμευτεί ότι αν κερδίσει τις επόμενες εκλογές το 2015, θα προχωρήσει σε ένα «Ναι/Όχι» δημοψήφισμα για την παραμονή της χώρας στην ΕΕ (ως γνωστόν, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν ανήκει στην ευρωζώνη) μέχρι το τέλος του 2017.

Η στάση των σαφώς πιο φιλοευρωπαϊκών Εργατικών – που, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, συγκεντρώνουν σοβαρές πιθανότητες να επικρατήσουν στις εκλογές – ήταν μέχρι πρόσφατα αμφίθυμη: ναι μεν είχαν απορρίψει την απόφαση του Κάμερον ως λαϊκιστικό πολιτικό ελιγμό για να ξανακερδηθούν ψήφοι της ευρωσκεπτικιστικής Δεξιάς της Δεξιάς, όμως ούτε και οι ίδιοι είχαν απορρίψει ασυζητητί την ιδέα.

Την περασμένη εβδομάδα, ο ηγέτης τους Εντ Μίλιμπαντ ξεκαθάρισε ότι σε περίπτωση νίκης του, δε θα γίνει δημοψήφισμα...πριν το 2020 και μόνο σε περίπτωση που αποφασιστούν περαιτέρω παραχωρήσεις εθνικής κυριαρχίας των κρατών μελών προς την Ένωση.

Όμως τέτοιες παραχωρήσεις θα είναι αναπόφευκτες κατά το επόμενο χρονικό διάστημα λόγω των σχεδίων για περαιτέρω εμβάθυνση της Δημοσιονομικής, Τραπεζικής, αλλά και Κοινωνικής Ένωσης στην Ευρώπη. Συνεπώς, και οι Εργατικοί είναι πιθανό να αυτοεγκλωβιστούν σε μια τακτική θέση υπέρ της διενέργειας δημοψηφίσματος, που δεν επιθυμούν αλλά απ’ την οποία δύσκολα θα ξεφύγουν.


Γιατί παρατηρούνται αυτά τα φαινόμενα επίκλησης μιας άμεσης και αδιαμεσολάβητης λαϊκής ετυμηγορίας σε θέματα Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης; Μια ερμηνεία είναι ότι η κοινοτική μέθοδος οικοδόμησης της ενιαίας Ευρώπης με σταδιακά, άνωθεν επιβεβλημένα και γραφειοκρατικά σχεδιασμένα βήματα έχει φτάσει στα όριά της.

Η κρίση και η διαχείρισή της από τα θεσμικά (ECOFIN, Eurogroup) και εξωθεσμικά (Τρόικα) όργανα που κινητοποίησε η ΕΕ έχουν τραυματίσει βαθιά το σώμα της κοινωνίας αλλά και την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων πολιτών. Η τομή μεταξύ Νότου και Βορρά έχει εκλάβει διαστάσεις ρήγματος, πάνω στο οποίο ποντάρουν για την άνοδό τους εθνικιστικές και δημαγωγικές πολιτικές δυνάμεις.

Η δημοκρατική λογοδοσία καθώς και η συλλογική ικανότητα των Ευρωπαίων πολιτών να αλλάξουν μακροοικονομικές παραδοχές και πολιτικές κατευθύνσεις με τη δύναμη της ψήφου τους, όπως είχε γίνει στις ΗΠΑ το 1932 με την επικράτηση του Πρόεδρου Ρούζβελτ και του New Deal, εμφανίζονται σημαντικά συρρικνωμένες.

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, το ζήτημα των δημοψηφισμάτων ως βαλβίδα εκτόνωσης του συλλογικού αισθήματος και ως ύστατο καταφύγιο λαϊκής κυριαρχίας – έστω σε εθνικό επίπεδο, καθώς ο θεσμός δεν υφίσταται στην ΕΕ – θα επανέρχεται τακτικά και με δύναμη ευθέως ανάλογη του εύρους της κρίσης νομιμοποίησης, τόσο του Ευρωπαϊκού όσο και των εθνικών πολιτικών συστημάτων.