Οι ξένοι οίκοι για την ελληνική επιτυχία

Κέρδος

Οι ξένοι οίκοι για την ελληνική επιτυχία

Επαίνους, επισημάνσεις αλλά και προειδοποιήσεις από τους ξένους οίκους μετά την επιτυχή έξοδο της χώρας στις αγορές.

 

Για επιτυχία μιλάει η  Royal Bank of Scotland

Η έκδοση του ελληνικού ομολόγου ήταν τεράστια επιτυχία υποστηρίζει η Royal Bank of Scotland σε ανάλυσή της. Εκτιμά ακόμη πως αποτελεί παράγοντα «μείωσης» του πολιτικού ρίσκου, δίνοντας ένα ακόμα ακόμη …πόντο στην κυβέρνηση πριν από τις ευρωεκλογές. Υποστηρίζει μάλιστα ότι θα βοηθήσει στην Ν.Δ. να επανακτήσει το προβάδισμα έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, όπως η διανομή μέρους του πρωτογενούς πλεονάσματος.

Σε οικονομικό επίπεδο τα οφέλη προέρχονται από:

α) τα βελτιωμένα ratings. H RBS εκτιμά ότι οι οίκοι αξιολόγησης θα επιταχύνουν την αναβάθμιση της Ελλάδας. Αν και δεν αναμένεται να τοποθετήσουν τη χώρα σε «επενδυτική βαθμίδα» φέτος (σ.σ. S&P και Fitch μας τοποθετούν έξι κλίμακες χαμηλότερα και η Moody’s εννέα) αλλά βλέπει ως πιθανή την αναβάθμιση σε επίπεδα BB τους επόμενους μήνες. Μπορεί μια χώρα να σηκώσει 3 δισ. με 5% και η Moody’s να την έχει μόλις μια βαθμίδα πάνω από την χρεωκοπία; αναρωτιούνται οι αναλυτές.

β) Η Ελλάδα θα επιστρέψει σίγουρα στις αγορές ξανά φέτος. Η RBS περίμενε φέτος εκδόσεις 5 δισ. ευρώ και τώρα ανεβάζει την πρόβλεψη στα 8 δισ. ευρώ, κυρίως εξαιτίας της ισχυρής ζήτησης. Σημειώνει ωστόσο ότι αυτό θα εξαρτηθεί και από τους δανειστές οι οποίοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι την έξοδο στις αγορές δεδομένου ότι εκκρεμούν ακόμα ορισμένες μεταρρυθμίσεις.

Ο οίκος περιμένει νέες εκδόσεις για να εξομαλυνθεί η καμπύλη επιτοκίων και μάλιστα προβλέπει ότι θα υπάρξουν δυο εκδόσεις. Δεδομένης μάλιστα της ισχυρής ζήτησης πιστεύει ότι η Αθήνα δεν θα περιμένει πολύ.

Σύμφωνα με την RBS το βασικό σενάριο παραμένει ότι η χώρα θα πάρει τρίτο πακέτο βοήθειας αλλά τώρα υπάρχουν και ορισμένα νέα καλά στοιχεία στο τραπέζι. Οι πολιτικοί ξαφνιάστηκαν από την επιστροφή της επενδυτικής εμπιστοσύνης σε Πορτογαλία που οδεύει για έξοδο από το πρόγραμμα, ενώ η διάθεση να αποφευχθούν νέα δάνεια είναι η επικρατούσα τάση στην Ελλάδα που προτιμά μια πιστωτική γραμμή από τον ESM αντί για νέο δάνειο. Η ΕΕ όμως στρέφεται προς την τελευταία λύση προκειμένου να εξασφαλίσει ότι θα προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις στη χώρα.

 

BlackRock – Invesco: «Δείχνουμε εμπράκτως την εμπιστοσύνη μας στην Ελλάδα»

Την απόλυτη στήριξή τους στην προσπάθεια της Ελλάδας να απεμπλακεί από την κρίση και στην πρώτη απόπειρά της να ξαναβγεί στις αγορές, εκφράζουν με ανακοινώσεις τους και δύο από τους κορυφαίους αμερικανικούς επενδυτικούς οίκους, η BlackRock και η Invesco, οι οποίοι διαχειρίζονται συνολικά κεφάλαια σχεδόν 5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.

Οι δύο οίκοι επισήμως δηλώνουν και δη με τόνο θριαμβευτικό, πως αγόρασαν ελληνικά ομόλογα κατά την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές την Πέμπτη, χαρακτηρίζοντας μάλιστα την επιλογή τους αυτή ως “ξεκάθαρο δείγμα ψήφου εμπιστοσύνης για μια χώρα που χρεοκόπησε μόλις πριν από δύο χρόνια, το 2012”.

Με βάση σχετικό ρεπορτάζ της Wall Street Journal, τόσο η BlackRock, όσο και η Invesco επιβεβαίωααν τη συμμετοχή τους στη δημοπρασία της Πέμπτης, χωρίς ωστόσο να προβούν σε λεπτομέρειες για τον συνολικό αριθμό των ελληνικών ομολόγων που απέκτησαν.

Νέα μείωση του κόστους δανεισμού βλέπει η Nomura

Σε τρία σημεία εστιάζει η Nomura σε ό,τι αφορά την έκδοση του ελληνικού πενταετούς ομολόγου και τις πιθανές συνέπειές του ενώ προβλέπει και νέα μείωση του κόστους δανεισμού (στο 3,1% φέτος) από τα έντοκα γραμμάτια.

Ο διεθνής οίκος εκτιμά πως το ελληνικό ομόλογο που λήγει το 2024 παραμένει ελκυστικό και η απόδοσή του μπορεί να διαμορφωθεί στο 5,5% παρά το γεγονός ότι η απόδοση του αντίστοιχου 5ετους διαμορφώθηκε σε περίπου 5% ενώ προβλέπει ακόμα πως μετά την έκδοση του 5ετούς η καμπύλη των ελληνικών ομολόγων (συνολικά για όλο το strip) θα κινηθεί χαμηλότερα.

Σύμφωνα με την Nomura το 5ετές ομόλογο πρέπει να θεωρείται υποδεέστερο (junior) σε σχέση με τα υπόλοιπα ομόλογα (strip), ενώ η πληρωμή του δεν σχετίζεται με τις καταβολές κεφαλαίων από τον EFSF.Παράλληλα χαρακτηρίζει θετικό το γεγονός ότι λήγει το 2019, δηλαδή πριν από την ωρίμανση των υπολοίπων κρατικών ομολόγων.

Σε ότι αφορά τα κόστη δανεισμού η Nomura κρίνει ότι η ελληνική πλευρά έχει συμφέρον να δανείζεται από τις διεθνείς αγορές παρά από το ΔΝΤ, όσο μπορεί να επιτύχει κόστος που αναλογεί στο 3μηνο Euribor +300 μονάδες βάσης.

Επιφυλάξεις για το πολιτικό ρίσκο από τη Fitch

Η επιστροφή της Ελλάδας στη διεθνή αγορά ομολόγων βοηθά στην κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών του δημοσίου της και τονίζει το μέγεθος της δημοσιονομικής και οικονομικής προσαρμογής της χώρας στο πλαίσιο του προγράμματος της ΕΕ και του ΔΝΤ, αναφέρει ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch σε ανακοίνωσή του. Ο οίκος σημειώνει ότι παραμένουν σημαντικοί κίνδυνοι για το αξιόχρεο του ελληνικού δημοσίου και ότι παραμένει υψηλός ο πολιτικός κίνδυνος, ενώ προσθέτει ότι το ισοζύγιο των επιτευγμάτων και των κινδύνων αντανακλάται στο αξιόχρεο της Ελλάδας Β- με σταθερή προοπτική.

Η ανακοίνωση του Fitch έχει ως ακολούθως: «Η απόδοση της χθεσινής έκδοσης 5ετών ομολόγων της Ελλάδας καθορίσθηκε στο 4,95%. Τα κεφάλαια αυτά θα ενισχύουν περαιτέρω τη θέση της χώρας όσον αφορά τη χρηματοδότηση του δημοσίου της. Στις αρχές του τρέχοντα μήνα, το Eurogroup ανακοίνωσε ότι το πρόγραμμα προσαρμογής είναι πλήρως χρηματοδοτημένο για τους επόμενους 12 μήνες, μεταξύ άλλων με τη χρήση προσωρινών χρηματοδοτικών μέσων, όπως των καταθέσεων τομέων της γενικής κυβέρνησης. Αυτό ευθυγραμμίζεται με την άποψη μας ότι τα όποια χρηματοδοτικά κενά του προγράμματος θα είναι διαχειρίσιμα.

Η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος το 2013, ένα έτος πριν από το πρόγραμμα, αποτελεί καθοριστικό μέτρο της αυξημένης ικανότητας της Ελλάδας να χρηματοδοτείται μετά την αναδιάρθρωση του κρατικού χρέους της το 2012. (Η τελευταία έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Fiscal Monitor το εκτιμά στο 1,5%, πάνω από τη πρόβλεψη για ισοσκελισμένο προϋπολογισμό). Με τις τρέχουσες τάσεις, η επίτευξη ενός αντίστοιχου πρωτογενούς πλεονάσματος 1,5% του ΑΕΠ το 2014 φαίνεται εφικτή. Η γενική κυβέρνηση σημείωσε πλεόνασμα τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο φέτος, αν και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ασφαλιστικών ταμείων και των νοσοκομείων συνεχίζουν να αυξάνονται. Το πρόγραμμα της ΕΕ και του ΔΝΤ προβλέπει υψηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα 3% το 2015 και 4,5% το 2016.

Οι δείκτες υψηλής συχνότητας υποδηλώνουν ότι η εξαετής ύφεση φθάνει στο τέλος της και προβλέπουμε μία αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 0,5% το 2014. Η δημοσιονομική επίδοση του περασμένου έτους αναμένεται να μειώσει τη φετινή δημοσιονομική πίεση και θέτει το πλαίσιο για συζητήσεις με την τρόικα σχετικά με μία περαιτέρω ενδεχόμενη ελάφρυνση του χρέους.

Η επανάκτηση της πρόσβασης στην αγορά αποτελούσε βασικό στόχο των ελληνικών προγραμμάτων (σημαντικά χρηματοδοτικά κενά προέκυψαν κατά το πρώτο πρόγραμμα, εξ αιτίας της υπόθεσης ότι η Ελλάδα θα αποκτούσε πρόσβαση στην αγορά πριν από το τέλος του) και η χθεσινή έκδοση υπερκαλύφθηκε μαζικά. Αλλά, η επιτυχία της δεν εγγυάται ότι η Ελλάδα θα έχει επιτύχει μία διατηρήσιμη επιστροφή στη χρηματοδότησή της από την αγορά κατά τον χρόνο ολοκλήρωσης του τρέχοντος προγράμματος, αργότερα μέσα στο τρέχον έτος. Η χρηματοδότηση από την αγορά με περίπου 5% είναι πιο ακριβή από το μέσο ετήσιο κόστος - της τάξης του 2% - 3% - των κεφαλαίων της τρόικας. Το ΔΝΤ εκτιμά τις συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες του ελληνικού δημοσίου στο 15,8% του ΑΕΠ, που θα μειωθούν στο 10,2% το 2015 και 4,5% το 2016.

Παραμένουν σημαντικοί κίνδυνοι για το αξιόχρεο του ελληνικού δημοσίου. Η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους απέχει πολύ από το να είναι διασφαλισμένη και το χρέος της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι πολύ υψηλό, στο 175% του ΑΕΠ περίπου (πολύ πάνω από το μέσο όρο για τις χώρες με πιστοληπτική διαβάθμιση "B", αν και οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες μεσοπρόθεσμα είναι χαμηλές σε σχέση με χώρες που έχουν αντίστοιχο αξιόχρεο). Ο πολιτικός κίνδυνος για μεταρρυθμίσεις και προσαρμογή παραμένει υψηλός, με τη μεταρρυθμιστική κόπωση να αντανακλάται στη μικρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία της κυβέρνησης και τη θέση της αντιπολίτευσης κατά των μεταρρυθμίσεων. Αυτό το ισοζύγιο επιτευγμάτων και κινδύνων αντανακλάται στην πιστοληπτική διαβάθμιση της Ελλάδας στην κατηγορία Β - με σταθερή προοπτική».