Από που πάνε για την επανάσταση;

Λιμνιωτάκη Δέσποινα

Από που πάνε για την επανάσταση;

Αν υποθέσουμε ότι ένα άλιεν προσγειωνόταν κατευθείαν στην εγχώρια πολιτική πραγματικότητα από το πουθενά (κάθε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα είναι  τυχαία), τότε τι θα είχε να καταγράψει για την ποιότητα του φιλελευθερισμού από αυτούς που διατείνονται ότι είναι οι κυριότεροι εκφραστές του, σήμερα; 

Αν δεν κυκλοφορούσαν τα στερεότυπα σχετικά με τους φιλελεύθερους, τότε από που θα ακούγαμε και θα παίρναμε πρώτες πληροφορίες - έστω και παραποιημένες - για τον φιλελευθερισμό στην Ελλάδα;  Από τα γκρουπ στο facebook; 

Κατά μία έννοια, θα πρεπε να ευχαριστήσουμε τους κομμουνιστοσυμμορίτες που λειτουργούν ως σπόνσορες του brand, με το να δημιουργούν καταστάσεις προβληματισμού γύρω από τον φιλελευθερισμό στην προσπάθειά τους να αφανίσουν από τον πολιτικό χάρτη συγκεκριμένα πρόσωπα (όχι τη θεωρία την ίδια, αυτή τους είναι χρήσιμη για να προβάλλουν τον εαυτό τους κόντρα).

Ο φιλελευθερισμός στην Ελλάδα με όλα του τα παρακλάδια - τα οποία πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μέσα μας εμείς που είμαστε γονιδιακά έτοιμοι να βροντοφωνάξουμε “ναι σε όλα!” - υποφέρει πρωτίστως εξαιτίας των εκπροσώπων του.  Και φυσικά είναι εκκωφαντικά απών, ως πολιτική επιλογή.

Οταν το πολυτιμότερο χρονικό διάστημα ανάμεσα σε δυο εκλογικές αναμετρήσεις αναλώνεται στην κακής ποιότητας άμυνα αντί στην αποσαφήνιση των εννοιών που αφορούν στην οικονομία και στις αγορές ή όταν οι πολιτικές πεποιθήσεις χρησιμοποιούνται μόνο για να καταδικάσουν και ποτέ για να ανοικοδομήσουν, τότε φοβάμαι πως δεν θα φτάσουν ποτέ να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη στο βαθμό που να τις ψηφίσεις κιόλας για τη Βουλή. 

Ο φιλελευθερισμός παραδοσιακά συγκεντρώνει αυτή τη μάστιγα που ονομάζεται “εξέχουσες προσωπικότητες”: την κουλτούρα και τη διανόηση που χρησιμοποιεί τη γνωστική υπεροχή προκειμένου να διαχωρίσει τη θέση της από την πλέμπα της οποίας τα βάσανα υποτίθεται ότι συμμερίζεται.  Αυτό που δεν εννοούν να καταλάβουν οι εξέχουσες προσωπικότητες στην Ελλάδα είναι ότι τα προβλήματα τούς εμπεριέχουν, ενίοτε δε, τα έχουν προκαλέσει οι ίδιοι. 

Εμφανίζονται ως κήνσορες της πραγματικής οικονομίας, αλλά δεν βρίσκω τίποτα πραγματικό στο να σε συντηρεί το κράτος όντας πανεπιστημιακός.  Γράφουν για την ελαχιστοποίηση του κράτους, αλλά δεν εξηγούν πώς θα μεγιστοποιήσουμε τη δυναμική του πληθυσμού.  Διαχειρίζονται καλά τους αριθμούς, αλλά αναφέρονται ελάχιστα στον άνθρωπο.  Δεν μιλούν ποτέ για κοινότητες και ενδεχομένως πιστεύουν ότι οι οργανισμοί διοικούνται από ρομπότ και όχι από εργαζομένους με δκαιώματα.  Ολο τσάι και συμπάθεια προς το φτωχό λαό, αρκεί να μη χρειαστεί να λερώσουν τα χέρια τους κατεβαίνοντας στις αγορές και όχι στα σαλόν, στις πλατείες και όχι στους προθάλαμους πεντάστερων ξενοδοχείων.  Το “ανάλγητος” που τους προσάπτουν δεν έχει να κάνει με τις προσωπικότητες των πολιτικών, όσο με το γεγονός ότι παρουσιάζονται εμμονικοί στην ιδεολογία και αφήνουν μονίμως απέξω τις αρχές της ισότητας και της αλληλεγγύης (κοινωνικός φιλελευθερισμός).

Στις πρόσφατες εκλογές για το ευρωκοινοβούλιο ο φιλελευθερισμός δέχτηκε ένα ισχυρό πλήγμα που θα μπορούσε να αποτελέσει την πρώτη μεγάλη ευκαιρία να διδαχθούμε από τα λάθη μας (η ταπεινή μου γνώμη είναι ότι ο φιλελευθερισμός δεν κατέβηκε καν στις εκλογές, ο μόνος που κατέβηκε ήταν ο Γκυ από τις Βρυξέλλες, αλλά τέλος πάντων).  Αντί γιαυτό, παρατηρήθηκε το  φαινόμενο αρκετών τιμητών του να εμφανίζονται έτοιμοι να απαρνηθούν την ονομασία που οι ίδιοι κατά το παρελθόν είχαν κρεμάσει παντιέρα, με τη γρηγοράδα που υπονοεί η παροιμία “στις εννιά του μακαρίτη, άλλος μπήκε μεσ το σπίτι”.  Πόσα γραμμάρια ελευθερίας κουβαλάει η ακόρεστη δίψα για εκλογή που μετατρέπει τους πολιτευτές σε γυρολόγους, δεν το έχω ζυγίσει επακριβώς. 

Η αλήθεια είναι ότι αυτοί που εμφανίζονται ως φιλελεύθεροι στην Ελλάδα επίσης μοιάζουν σαν να βασανίζονται από τον κίνδυνο ενός πιθανού ξεπεράσματός τους.  Με την ψυχολογία “μικρού κόμματος” που περιφέρουν δεξιά-αριστερά, χάνουν την ευκαιρία να ασκήσουν έγκαιρη και ισχυρή αντιπολίτευση, να κινητοποιήσουν τη μερίδα του πληθυσμού που δεν εκπροσωπείται από κανένα κόμμα και να μπουν δυναμικά στο παιχνίδι ως ομάδα και όχι ως συνοθύλευμα μωροφιλόδοξων. 

Ενα από τα τελευταία σχόλια που διάβασα είναι ότι “καλός φιλελεύθερος, είναι ο εκλεγμένος φιλελεύθερος”.  Αυτός δηλαδή που θα χωθεί στο σύστημα για να το επηρεάσει από μέσα.  Το χρυσώνουμε το χάπι βλέπω και πάμε.  Να προσθέσω στην παραπάνω φράση το “πάση θυσία” - ακόμα κι αν χρειαστεί να συνεργαστείς με το παρασιτικό σύστημα στο οποίο βάσισες κατά το παρελθόν όλα τα αντεπιχειρήματά σου; 

Ο Φρίντμαν θα ήταν περήφανος για την νέα σοδειά πολιτικών, είμαι σίγουρη.  Πάνω από όλα η δύναμη των ιδεών.

Πού είναι αυτός με το ψυχικό σθένος και την ανωτερότητα να τα βάλει με το σύστημα, να μη χαριστεί στους εργολάβους, να καταδικάσει τα κακώς κείμενα από όπου κι αν προέρχονται και να μιλήσει ευθέως στους ψηφοφόρους, παραμένοντας όμως πραγματικά ανεξάρτητος; 

Και τι κάνει τους φιλελεύθερους τόσο αρνητικούς στον απολογισμό των λαθών τους;  Γιατί οι κατηγορίες που εξαπολύουν προς τους άλλους δεν μεταβολίζονται σε αυτοκριτική προς τους εαυτούς τους και το χώρο;  Αντίθετα, πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις, ψάχνουν για συνεργασίες που θα τους επιτρέψουν να συνεχίσουν να αισθάνονται πολιτικά σε θέση σέντερ φορ.  Θεμιτό, θα μου πείτε, με την προυπόθεση όμως ότι έχουν ασχοληθεί περισσότερο με τις αλλαγές που πρέπει να προωθηθούν και λιγότερο με τη φροντίδα της αποκατάστασής τους.

Μαυτά και μαυτά, η μεταρρύθμιση άργησε μια μέρα.  Ανάμεσα σε στερεότυπα-βρισιά, σε ιδεολογία που προσαρμόζεται ανάλογα με τις περιστάσεις, σε στρογγυλεμένα λόγια και στην επανάσταση που εξαντλείται στις πόζες που παίρνουν τα νέα κόμματα, οι φιλελεύθεροι οφείλουν να αγωνιστούν για να σταματήσουν να προβάλλονται ως ο αποδιοπομπαίος τράγος για όλες τις πληγές του συστήματος και για να αποτελέσουν τη μεταβλητή που θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την πολιτική και τον κοινοβουλευτισμό.