Η Ελλάδα θα χρειαστεί και δεύτερο κούρεμα

Ναυτεμπορική

Για να τα καταφέρει, η Ελλάδα θα χρειαστεί και δεύτερο «κούρεμα», εκτιμά ο διακεκριμένος καθηγητής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Βιούρτσμπουργκ, Πέτερ Μπόφινγκερ, ο οποίος δηλώνει αντίθετος με την επιβολή νέων μέτρων λιτότητας στα κράτη που πλήττονται από ύφεση.

Όπως υποστηρίζει στη συνέντευξη που παραχώρησε στην αυστριακή εφημερίδα «Κουρίρ», η ΕΚΤ θα έπρεπε δεδομένων των συνθηκών να μειώσει στο βασικό της επιτόκιο στο 0,25% από 0,75% , καθώς είναι παράλογο όταν οι τράπεζες δανείζονται από την ΕΚΤ να πληρώνουν επιτόκιο 0,75%, ενώ όταν καταθέτουν σε αυτή να μην εισπράττουν τόκους.

Ο κ. Μπόφινγκερ, ο οποίος αποτελεί τον έναν από τους πέντε «σοφούς» που συμβουλεύουν τη γερμανική κυβέρνηση, χαρακτηρίζει εξωπραγματικές τις προγνώσεις για βελτίωση της οικονομίας της Ευρωζώνης το β’ εξάμηνο του έτους, καθώς η βελτίωση των συνθηκών στον χρηματοπιστωτικό τομέα δεν αντανακλά βελτίωση και της πραγματικής οικονομίας.

Κατά τη γνώμη του, η Ευρωζώνη θα υφίσταται μετά από δέκα χρόνια, όμως θα έχει να αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα, όπως πολιτική αστάθεια, δυσαρέσκεια και ύφεση. Στο τέλος, η αλλαγή πολιτικής θα είναι αναπόφευκτη, καθώς η μονοδιάστατη λιτότητα έχει φέρει τη νομισματική ένωση σε απόγνωση, ενώ θα πρέπει πλέον να προωθηθεί η ανάπτυξη.

Μια έξοδος από την ύφεση είναι δυνατή μόνον με τη συνεργασία όλων των χωρών του ευρώ στην αντιμετώπιση της κρίσης, που σημαίνει κοινά επενδυτικά προγράμματα. Για τις υπερχρεωμένες χώρες, ο γερμανός καθηγητής προτείνει την επιβολή ενός εφάπαξ φόρου περιουσίας που θα καταβάλλεται σε δόσεις μέσα σε δέκα χρόνια, ο οποίος θα ανέρχεται σε 10% για ποσό άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ και σε 20% για ποσό άνω των 10 εκατομμυρίων ευρώ.

Εάν ο φόρος επιβληθεί εφάπαξ και σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία, δεν θα υπάρξει «μετανάστευση» των πλουσίων, υποστηρίζει. Για τον τραπεζικό τομέα, προτείνει δραστικό περιορισμό της δικτύωσης μεταξύ των τραπεζών, ούτως ώστε ακόμη και να πτωχεύσει η Deutsche Bank, για παράδειγμα, να μην απειλείται η επιβίωση των υπόλοιπων ιδρυμάτων.

Επισημαίνει, επίσης, ότι οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να είναι προσεκτικότερες στην παροχή δανείων αναφέροντας το παράδειγμα της «έκρηξης» δανείων στην Ισπανία και την Ιρλανδία τα έτη 2004-2006, κατά τα οποία η ΕΚΤ δεν προέβλεψε τους κινδύνους για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.