Deloitte: Επιφυλακτικές οι τράπεζες ως προς τη λογιστική σύγκλιση

MarketNews

Ιδιαίτερα επιφυλακτικές εμφανίζονται οι τράπεζες όσον αφορά στις αλλαγές που εξετάζονται στο πλαίσιο των νέων Διεθνών Προτύπων  Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ 9) με στόχο τη σύγκλιση ανάμεσα στα διεθνή και τα αμερικανικά λογιστικά πρότυπα.

Σύμφωνα με παγκόσμια έρευνα της Deloitte, το 88% των τραπεζών που ερωτήθηκαν, δεν θεωρεί ότι οι ρυθμιστικές αρχές των παγκόσμιων λογιστικών προτύπων βαδίζουν στη σωστή κατεύθυνση όσον αφορά στην επίτευξη σύγκλισης των λογιστικών απαιτήσεων σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα, έστω και αν πολλές τράπεζες υποστηρίζουν την σύγκλιση.

Επιπλέον, σε ποσοστό 76% οι τράπεζες πιστεύουν ότι το χρονοδιάγραμμα για το τελικό ΔΠΧΑ 9 θα αναβληθεί πέραν της 1ης Ιανουαρίου 2015, που έχει οριστεί ως υποχρεωτική ημέρα έναρξης ισχύος του, με αποτέλεσμα να καθυστερούν την έναρξη των σχετικών έργων μέχρι το δεύτερο μισό του 2013 ή αργότερα.

Τα δυο τρίτα (69%) των τραπεζών προτιμούν το μοντέλο αναμενόμενων ζημιών απομείωσης του IASB συγκριτικά με εκείνου του FASB. Οι λόγοι που δίνονται είναι ότι το μοντέλο αναμενόμενων ζημιών του IASB θα αντανακλά καλύτερα την επιχειρηματική απόδοση, θα έχει ευνοϊκότερη επίδραση στα εποπτικά κεφάλαια και θα έχει σαν αποτέλεσμα χαμηλότερη μεταβλητότητα στα κέρδη.

Όπως επισημαίνει ο κ. Κώστας Σταθόπουλος, ανώτερο στέλεχος της Deloitte Χατζηπαύλου, Σοφιανός και Καμπάνης Α.Ε., «οι επερχόμενες αλλαγές στην λογιστική της απομείωσης είναι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που θα αντιμετωπίσουν οι τράπεζες στο κοντινό μέλλον. Οι επιδράσεις της λογιστικής απομείωσης έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους επενδυτές και τις ρυθμιστικές/εποπτικές αρχές, ενώ αναμένεται να έχουν επιπτώσεις και στα κεφάλαια των τραπεζών».

«Οι ήδη υψηλές κεφαλαιακές απαιτήσεις, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε πολλές χώρες, ενδέχεται να αυξηθούν ακόμη περισσότερο, σε συνάρτηση με τα υψηλότερα επίπεδα προβλέψεων που είναι πιθανό να οριστούν από το IASB. Τα παραπάνω θα μπορούσαν να έχουν επίδραση στον τρόπο που οι τράπεζες τιμολογούν τα δάνειά τους και να αυξήσει το κόστος παροχής συγκεκριμένων δανειακών προϊόντων».