'

Γιατί ’τρώνε ξύλο’ οι τράπεζες;

Δαυλός Κωνσταντίνος

Γιατί

Βρισκόμαστε μόλις τρεις μήνες από την έξοδο της Ελλάδας από το μνημόνιο και την επιστροφή μας στο μικροσκόπιο των αγορών. Το αποτέλεσμα είναι ότι μέσα σε τρεις μήνες τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για τα οποία τόσες πολλές προσπάθειες έγιναν ώστε να μην καταρρεύσουν, αυτή τη στιγμή βρίσκονται όντως υπό κατάρρευση. Είναι λες και οι αγορές τιμωρούν ακριβώς την προσπάθεια που έγινε επί εννέα χρόνια ώστε να κρυφτούν τα προβλήματα των τραπεζών κάτω από το χαλί και τώρα αποκαλύπτουν πόσο γυμνός είναι τελικά ο βασιλιάς.

Και απ’ ό,τι φαίνεται είναι γυμνές όλες οι τράπεζες. Η έκταση του προβλήματος αποτυπώνεται στο ρηχό μεν ελληνικό Χρηματιστήριο, που όμως τελικά ως μικρογραφία των αγορών του εξωτερικού μπορεί να δείξει την τάση και τί θα συνέβαινε αν η χώρα έβγαινε σήμερα στις αγορές. Ο ασκός του Αιόλου για τις τράπεζες άνοιξε διάπλατος όταν στις 14 Νοεμβρίου ανακοινώθηκε η μεταφορά των τριών από τις τέσσερις τράπεζες στον δείκτη μικρής κεφαλαιοποίησης. Η μόνη που τη «γλύτωσε» ήταν η Alphabank, καθώς είναι η μόνη που διατηρεί κεφαλαιοποίηση πάνω από ένα δισ. Ακόμη και η Εθνική έχει πέσει κάτω από αυτό το όριο και βρίσκεται λίγο πάνω από τα 900 εκατομμύρια, ενώ η Πειραιώς είναι κάτω και από τα 500 εκατομμύρια. Στην ουσία σήμερα αξίζει λιγότερα από τα χρήματα που έχει δεσμευθεί ότι θα βρει εκδίδοντας ένα ομολογιακό δάνειο μισού δισ.. Ποιος θα αποφασίσει όμως να συμμετάσχει σε κάτι τέτοιο; Ίσως το ΤΧΣ, το οποίο σε αυτή την περίπτωση θα αποκτήσει το 58% της Πειραιώς η οποία πολύ απλά θα… κρατικοποιηθεί. Επιστροφή στην δεκαετία του 80 δηλαδή.

Και το «κατενάτσιο» των τραπεζών στο Χρηματιστήριο δεν αναμένεται να ολοκληρωθεί ακόμη, καθώς τα ανοίγματα των θεσμικών επενδυτών (κυρίως του εξωτερικού) που πρέπει να κλείσουν λόγω της υποβάθμισης των τραπεζών στον δείκτη μικρής κεφαλαιοποίησης, υπολογίζονται στα 180 εκατομμύρια, αν όχι και παραπάνω καθώς κάποιοι τα ανεβάζουν στα 211.

Έτσι, αυτή τη στιγμή όλοι κοιτάζουν τις τράπεζες και το μόνο που βλέπουν είναι ένα ανοχύρωτο σύστημα όπου το βασικότερο πρόβλημα -τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα- παραμένουν ανοιχτή πληγή. Και δυστυχώς το αυτί της κυβέρνησης δεν φαίνεται να ιδρώνει, καθώς δεν προχωρά σε καμία κίνηση. Το μόνο που έκανε την προηγούμενη εβδομάδα ήταν να δώσει στους δημοσιογράφους μία είδηση ότι στο οικονομικό επιτελείο σκέπτονται να υιοθετήσουν το σύστημα προστασίας των ευάλωτων δανειοληπτών της Κύπρου. Στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, αφού γίνει μία αναδιάρθρωση του κόκκινου δανείου, το ένα τρίτο της δόσης καταβάλλεται από τον Προϋπολογισμό.

Πριν από την κυβέρνηση, το δικό του πρόγραμμα είχε παρουσιάσει το ΤΧΣ, το οποίο ομοιάζει σε ένα σύστημα που είχε χρησιμοποιήσει η Μεγάλη Βρετανία, το οποίο όμως και απαξιώθηκε τα επόμενα χρόνια ως όχι επιτυχημένο, και απαιτεί και αυτό την κάλυψη του Δημοσίου.

Το πιο πρόσφατο σχέδιο που αναμένεται να έρθει και επισήμως στην δημοσιότητα (έχει ήδη διαρρεύσει από την προηγούμενη εβδομάδα) είναι αυτό της Τράπεζας της Ελλάδος. Το σχέδιο Στουρνάρα, ενώ έχει ως στόχο την μείωση των κόκκινων δανείων κατά 50%, συμπεριλαμβάνει μόχλευση του αναβαλλόμενου φόρου και εγγύηση του Δημοσίου. Και αυτό. Κι αν σκέφτεστε ότι μάλλον δυσκολεύεστε να καταλάβετε τί ακριβώς είναι το συγκεκριμένο σχέδιο αρκεί να σας πω ότι η πρόεδρος του SSM, η Ντανιέλ Νουί (ή πιο ειδική στα τραπεζικά) χαρακτήρισε το σχέδιο «περίπλοκο που επειδή εμπλέκει δημόσιο χρήμα, θα πρέπει γι΄ αυτό να εκφραστεί ο εποπτικός βραχίονας για τον ανταγωνισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Δηλαδή το γνωστό DG Comp.

Και επειδή αυτή η δήλωση της κας Νουί είχε την δική της βαρύτητά στην κατάρρευση των τραπεζών την Τρίτη, κλιμάκιο της ΤτΕ θα μεταβεί στην έδρα του SSM την Δευτέρα προκειμένου να την πείσει ότι το σχέδιο Στουρνάρα είναι λειτουργικό. Μένει να το δούμε, όπως επίσης μένει να δούμε αν μέχρι τότε οι τράπεζες θα συνεχίσουν να πιέζονται από κάθε πλευρά, διότι όπως τόνισε σε συνέντευξή του ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, τα προβλήματα των τραπεζών είναι δύο: «Πρώτον, τα κόκκινα δάνεια και δεύτερον το γεγονός ότι δεν είναι σαφές από που θα προέλθει η κερδοφορία των τραπεζών τα επόμενα χρόνια».