Κατανοώντας την πρώτη μεταμνημονιακή προεκλογική περίοδο

Κασάπας Γιώργος

Κατανοώντας την πρώτη μεταμνημονιακή προεκλογική περίοδο, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα, τηλεοραση, live tv, live streaming, web tv

Εκατόν είκοσι  και πλέον μέρες έπειτα από το διάγγελμα του Πρωθυπουργού στην Ιθάκη, η χώρα διανύει τα πρώτα μεταμνημονιακά της βήματα με το αποτύπωμα της κρίσης στο εσωτερικό να παραμένει έντονο και την αστάθεια του εξωτερικού περιβάλλοντος να επιτείνει την ανησυχία για την πορεία μάς το επόμενο διάστημα. Με την Ένωση διχασμένη όσον αφορά στρατηγικές πτυχές του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, το Ιταλικό  ζήτημα να αποτυπώνεται στα ελληνικά επιτόκια δανεισμού και τις αναθεωρητικές τάσεις της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής σε Αιγαίο και Κύπρο να δημιουργούν εύλογα μα κοστοβόρα διλήμματα ασφάλειας, τα πρώτα αιτήματα αποκατάστασης των αδικιών αρθρώνονται (και δικαστικά δικαιώνονται) από κοινωνικές ομάδες  που διεκδικούν μέρος όσων έχασαν τα προηγούμενα οκτώ χρόνια. 

Με αυτά τα δεδομένα η Ελλάδα διανύει την πρώτη μεταμνημονιακή προεκλογική περίοδο. Σε μια προσπάθεια να ξεφύγουμε από αναλύσεις που εξετάζουν αν ο κ. Τσίπρας έσωσε ή κατέστρεψε τη χώρα και προκειμένου για την ουσιαστική κατανόησή στρατηγικών, ρητορικής, τάσεων και στάσεων πολιτικών κομμάτων και εκλογικού σώματος  πρέπει κανείς να αξιολογήσει τρία βασικά επιγενόμενα της κυβερνητικής τετραετίας του ΣΥΡΙΖΑ ώστε κατανοήσει την αρχική θέση από την οποία διαμορφώνεται η πολιτική αντιπαράθεση.

Πρώτον, η δημιουργία πρωτοφανούς πόλωσης που κορυφώθηκε τις ημέρες του δημοψηφίσματος του 2015 και πιο πρόσφατα με τη Συμφωνία των Πρεσπών αναδεικνύοντας διαχωριστικές γραμμές και συγκρούσεις που φτάνουν στον πυρήνα της εθνικής ταυτότητας και άπτονται καθοριστικών επιλογών για τη ζωή και την ευημερία του κοινωνικού συνόλου. Η πόλωση αυτή αν και (ευτυχώς) δεν κλιμακώθηκε σε μια ανεξέλεγκτη σύγκρουση έχει καθορίσει αποφασιστικά και με τρόπο απόλυτο τη θέση/στάση ενός σημαντικού μέρους του εκλογικού σώματος τόσο μεταξύ εκείνων που τάχθηκαν υπέρ του «ΝΑΙ» όσο και εκείνων που τάχθηκαν με το «ΟΧΙ».  

Δεύτερον, η πολυεπίπεδη ανασφάλεια που βιώνει επί σειρά ετών η μέση τάξη είτε λόγω των επιπτώσεων από την έξαρση κοινωνικών φαινομένων όπως το προσφυγικό είτε λόγω της μείωσης των εισοδημάτων της δεν αντιμετωπίστηκε ούτε στις μέρες του ΣΥΡΙΖΑ με αποτέλεσμα τη σταδιακή μετατόπιση μεγάλου μέρους του κεντρώου χώρου προς μια πιο συντηρητική θέση. Διαβάζοντας έγκαιρα αυτή την τάση, η ΝΔ στοχεύει να προσελκύσει ψήφους από τη συγκεκριμένη δεξαμενή τοποθετούμενη συστηματικά απέναντι σε ζητήματα όπως το σύμφωνο συμβίωσης, η κατασκευή τζαμιού και πιο πρόσφατα το Μακεδονικό ενώ παράλληλα καλλιεργεί το αφήγημα περί ανομίας προσάπτοντας στον ΣΥΡΙΖΑ όχι απλά ανικανότητα καταπολέμησης της παραβατικότητας αλλά ταύτιση ιδεών και απόψεων με συγκεκριμένες ομάδες που κινούνται στο όριο της νομιμότητας ή και πέραν αυτού.

Τρίτον, έπειτα από την εκτόνωση του συλλογικού θυμικού των Ελλήνων στο δημοψήφισμα, η μεταστροφή της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ και η συστηματική εφαρμογή των μνημονιακών δεσμεύσεων οδήγησε στη διάλυση των ψευδαισθήσεων περί ύπαρξης μαγικών λύσεων στα οικονομικά. Επακολούθησε μια σιωπηλή κοινωνική αποδοχή της αναγκαιότητας εφαρμογής των μέτρων που συνοδεύτηκε από την απαίτηση για άμεσο τερματισμό του πελατιασμού και της κομματοκρατίας. Σε αυτή τη σχεδόν καθολική απαίτηση εξορθολογισμού εδράζεται η πρόταση της αξιωματικής αντιπολίτευσης που προτάσσει τη μείωση των φορολογικών συντελεστών και τη βελτίωση της κρατικής λειτουργίας ως απαραίτητες προϋποθέσεις για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων και τη βελτίωση του οικονομικού κλίματος στη χώρα.

Η φιλελεύθερη στροφή που προτείνεται ως η μόνη βιώσιμη εναλλακτική τελεί υπό την αίρεση της επαναδιαπραγμάτευσης των συμφωνηθέντων με τους δανειστές (!!!) και συνοδεύεται από τη συνέχιση των πελατειακών πρακτικών που στη θεωρία η ΝΔ αποκηρύσσει. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τελευταίας αντίφασης είναι η προ τετραμήνου τηλεοπτική συνέντευξη του κ. Χρ. Μαρκογιαννάκη  όπου μεταξύ άλλων ανέφερε ότι ο Πρόεδρος της ΝΔ, κ. Μητσοτάκης, του πρότεινε θέση διοικητή σε ΔΕΚΟ ή άλλους οργανισμούς προκειμένου να μην συμπεριληφθεί στα ψηφοδέλτια του κόμματος στις προσεχείς εκλογές. Η συνοχή της πρότασης για μια φιλελεύθερη στροφή πλήττεται ακόμα περισσότερο όταν αυτή μοχλεύεται με τις αντιλήψεις της λαϊκής δεξιάς για το κράτος και την κοινωνία παράγοντας ένα εξαιρετικά ασύνδετο αποτέλεσμα. Επί του παρόντος το αφήγημα της ΝΔ φαίνεται να πείθει συγκεντρώνοντας ποσοστά που κινούνται λίγο κάτω από το όριο της αυτοδυναμίας καθώς αντιπαρατίθεται απέναντι σε μια εξουθενωτική φορολογική πολιτική που παράγει δημοσιονομική αλλά όχι κοινωνική ευημερία και στη συνέχιση των φαινομένων πελατιασμού, αναξιοκρατίας και  αμφιλεγόμενων προεκλογικών παροχών.

Στο ερώτημα όμως κατά πόσο η εναλλακτική πρόταση της αξιωματικής αντιπολίτευσης αποτελεί βιώσιμη λύση για την Ελλάδα η απάντηση παραμένει αρνητική καθώς αυτή στηρίζεται σε:

  • παραδοχές που έχουν διαψευσθεί στο πολύ πρόσφατο παρελθόν (βλέπε Α΄ εξάμηνο του 2015) και
  • αβαθείς αναλύσεις που προτάσσουν φιλελεύθερα τσιτάτα ενισχύοντας επίπλαστες κοινωνικές διχοτόμους (πχ. δημόσιοι υπάλληλοι – υπάλληλοι  ιδιωτικού τομέα).

Για να ξεπεράσουμε την παρατεταμένη περίοδο εθνικής ομφαλοσκόπησης και να καλύψουμε  το χαμένο έδαφος των χρόνων της κρίσης δεν αρκεί απλά η εναλλαγή στην εξουσία και η εφαρμογή άλλων πολιτικών. Απαιτείται αλλαγή στον τρόπο άσκησης της εξουσίας και αυτό φαίνεται να απουσιάζει από την ατζέντα της ΝΔ.

Πέρα και πάνω από τον διχασμό του δημοψηφίσματος, την άνοδο της άκρας δεξιάς, τις ολιγωρίες, τα λάθη, τα Ζάππεια, τις ψευδαισθήσεις και τις κωλοτούμπες, αν υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει το πολιτικό στην Ελλάδα της πρώτης μεταμνημονιακής προεκλογικής περιόδου είναι:

  • η τάση επανάληψης προβληματικών λογικών και πρακτικών του παρελθόντος και
  • η βαθιά αλαζονική πεποίθηση ότι «εμείς» έχουμε τη δυνατότητα να παίξουμε στο ίδιο παιχνίδι με τους ίδιους αν όχι χειρότερους συσχετισμούς ισχύος και με κάποιο μαγικό τρόπο να τα καταφέρουμε πολύ καλύτερα από τους «προηγούμενους».

Το τυχοδιωκτικό αυτό αφήγημα ενδεδυμένο με την πανταχού παρούσα νεοελληνική υπερβολή διαχέεται οριζόντια και σε μεγάλο βαθμό χαρακτηρίζει τους δυο βασικούς πόλους του πολιτικού μας συστήματος δημιουργώντας ένα πλήθος από εξαιρετικά αντιπαραγωγικά δίπολα στο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πεδίο. Αυτά ακριβώς τα δίπολα καλούμαστε να υπερβούμε στις προσεχείς εκλογές στην προσπάθεια για ένα νέο καλύτερο και πιο δημιουργικό ξεκίνημα για τη χώρα. Είμαστε απόλυτα ικανοί να τα καταφέρουμε αρκεί μόνο να εστιάσουμε την προσπάθειά μας στην αναζήτηση συνθέσεων και όχι στην κατασκευή ψεύτικων αντιπάλων.