Η bull market είναι εδώ...

Κούρταλη Ελευθερία

Η bull market είναι εδώ...

Η ανθεκτικότητα αυτής της bull market που βιώνουν οι αγορές διεθνώς, συνεχίζει να εντυπωσιάζει. Παρά τις όποιες ανησυχίες γύρω από τις επιπτώσεις που έχει η αυτόματη επιβολή περικοπών των κυβερνητικών δαπανών - γνωστή ως sequester - στην αμερικανική οικονομία, ο Dow Jones διαπραγματεύεται σε ιστορικά υψηλά.

Την ίδια στιγμή, παρά το ασαφές - και για πολλούς επικίνδυνο - εκλογικό αποτέλεσμα στην Ιταλία, οι επενδυτές της Ευρώπης και ειδικά της ευρωζώνης, επιμένουν «ευρωπαϊκά» με τους περισσότερους διεθνείς οίκους να συστήνουν αγορές στις όποιες βουτιές των ευρωπαϊκών μετοχών και να τονίζουν πως τα περιθώρια ανόδου για την Ευρώπη είναι σημαντικά υψηλότερα και ευνοϊκότερα απ ότι για τις ΗΠΑ. Ωστόσο, οι bears, όπως πάντα, υπάρχουν και προειδοποιούν.

ΑΓΟΡΕΣ ΔΥΟ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ

Η Αμερική, η γενέτειρα της πιστωτικής κρίσης, η οποία «αφαίρεσε» συνολικά 37 τρισ. δολάρια από την αξία των παγκόσμιων μετοχών, ηγείται αυτή τη στιγμή των επιδόσεων των χρηματιστηρίων διεθνώς.

Ο, ηλικίας 116 ετών, Dow Jones έγινε ο δεύτερος δείκτης μετά τον OMX 20 της Κοπεγχάγης, μεταξύ των 45 μεγαλύτερων αγορών του κόσμου, που ανέκτησε την περασμένη εβδομάδα τα υψηλά επίπεδα όλων των εποχών. Περίπου 10 τρισ. δολάρια έχουν «αποκατασταθεί» στις αμερικανικές μετοχές, τροφοδοτούμενα από την ταχύτερη αύξηση της κερδοφορίας από τη δεκαετία του 1990 και από τα νομισματικά μέτρα τόνωσης από τη Federal Reserve.

Οι κλάδοι των λιανικών πωλήσεων, των τραπεζών και των κατασκευαστικών εταιρειών, οδήγησαν αυτήν την ανάκαμψη από τη χειρότερη bear market από το 1930, καθώς ο Dow χρειάστηκε λιγότερο από 65 μήνες για να κινηθεί πάνω από τα προηγούμενα υψηλά της 9ης Οκτωβρίου του 2007.

Οι ΗΠΑ υπήρξαν και είναι μπροστά από πολλές άλλες χώρες όσον αφορά την ικανότητά τους να έχουν υψηλές επιδόσεις από την έναρξη της κρίσης, όπως τονίζει ο κ. Jason Benowitz, διαχειριστής κεφαλαίων στη Roosevelt Investment Group, στη Νέα Υόρκη. Η δυναμική ήταν παρούσα επειδή ξεκίνησε στις ΗΠΑ. Δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει όμως, χωρίς την παρέμβαση των Αρχών, όπως προσθέτει.

ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΚΟΡΥΦΗΣ

Μεταξύ των 45 μεγαλύτερων χρηματιστηρίων του κόσμου, οκτώ είναι λιγότερο από το μισό δρόμο μακριά από τις κορυφές τους, ενώ τα 10 χρηματιστήρια της Ευρώπης - με την οικονομία της περιοχής να συρρικνώνεται για πέμπτο συνεχόμενο τρίμηνο και με τις εκλογές στην στην Ιταλία να απειλούν να εκτροχιάσουν τις προσπάθειες λιτότητας - είναι αυτά που έχουν να διανύσουν τη μεγαλύτερη απόσταση, με πρωταγωνιστές τους δείκτες της ευρω-περιφέρειας και ηγέτη όλων τον ιταλικό δείκτη, ο οποίος θα πρέπει να υπερτριπλασιαστεί από τα σημερινά επίπεδα, προκειμένου να διεκδικήσει εκ νέου όλων των εποχών υψηλό των 50.109 μονάδων που επιτεύχθηκε τον Μάρτιο του 2000.

Τη στιγμή, λοιπόν, που ο Dow Jones διαπραγματεύεται στο υψηλότερο επίπεδο της ιστορίας του, ο «συνάδελφος» δείκτης των blue chips της ευρωζώνης, ο Euro Stoxx 50, χρειάζεται ακόμη να κερδίσει 71% για να φτάσει την κορυφή του 2007.

Επίσης, ο CAC 40 της Γαλλίας πρέπει να κερδίσει 63%, ο IBEX 35 στην Ισπανία 92% και ο FTSE MIB στην Ιταλία 180%, την στιγμή που ο γερμανικός DAX απέχει μόλις 3,8% από την κορυφή του 2007, ενώ ο FTSE 100 στο Λονδίνο 100 είναι και αυτός 8% χαμηλότερα από αυτήν. Σε ό,τι αφορά το ελληνικό Χρηματιστήριο, ο γενικός δείκτης πρέπει να καλύψει έδαφος της τάξης του 85% για να βρεθεί στα ιστορικά υψηλά του Σεπτεμβρίου του 1999.

Επίσης, ενώ ο δείκτης Standard & Poors 500 Index παραμένει 1,6% χαμηλότερα από το υψηλό του 2007, άλλοι αμερικανικοί δείκτες, συμπεριλαμβανομένου του δείκτη Dow Jones Transportation Average, του δείκτη Russell 2000 της μικρότερης κεφαλαιοποίησης και ο S&P 400 Midcap, έχουν αγγίξει και αυτοί επίσης ρεκόρ ζωής.

Στην Ασία, ο δείκτης Nikkei 225 της Ιαπωνίας βρίσκεται 70% χαμηλότερα από την κορυφή του 1989, καθώς η οικονομία συρρικνώθηκε σε τρία από τα τελευταία πέντε χρόνια εν μέσω της γήρανσης του πληθυσμού και της μείωσης των εξαγωγών.

Στην Κίνα, ο Shanghai Composite είναι 62% κάτω από τα υψηλά του 2007. Η ανάπτυξη της χώρας επιβραδύνθηκε τον περασμένο χρόνο στο πιο αδύναμο ρυθμό από το 1999, καθώς η κυβέρνηση επιδιώκει να μειώσει τιμές των ακινήτων.

Bulls και bears

Η εικόνα ξεκάθαρα δείχνει, σύμφωνα με τους αναλυτές, πως η πλειονότητα των διεθνών δεικτών και κυρίως των ευρωπαϊκών, έχουν σημαντικά περιθώρια ανόδου στο επόμενο διάστημα. Ειδικά για τις αμερικανικές μετοχές αξίζει να σημειωθεί πως, ενώ ο Dow έχει υπερδιπλασιαστεί στα τέσσερα χρόνια από τα χαμηλά της bear market, η αποτίμησή του σε όρους p/e, παραμένει 19% χαμηλότερη λιγότερο από την προηγούμενη κορυφή του και 14% κάτω από τον 20ετή μέσο όρο του.

Οι «ταύροι» υποστηρίζουν ότι αυτό αποτελεί ένα σημαντικό σήμα πως οι μετοχές έχουν ακόμη πολύ περιθώριο για ράλι, ενώ οι «αρκούδες» υποστηρίζουν ότι αυτό δείχνει έλλειψη εμπιστοσύνης στην αύξηση των κερδών και την ανησυχία για την ικανότητα της Fed να συνεχίσει να τονώνει την οικονομία.

Κυριαρχεί ένα πνεύμα ευφορίας στην αγορά και αυτό πάντα αποτελεί ένα ευάλωτο σημείο για τις μετοχές, όπως σημειώνει ο κ. Byron Wien, αντιπρόεδρος της συμβουλευτικής μονάδας υπηρεσιών Blackstone Group. Πάρα πολλά από τα χρήματα του συστήματος έχουν πάει στη χρηματιστηριακή αγορά. Ωστόσο, δεν έχουν περάσει αρκετά χρήματα στην πραγματική οικονομία. Οι εταιρείες δεν έχουν τιμολογική δύναμη. Η αμερικανική οικονομία αναπτύσσεται μόλις 2% πραγματικά, 4% ονομαστικά και είναι πιθανό να δούμε μία συμπίεση των περιθωρίων και κάποια απογοητευτικά κέρδη.

Είναι εξαιρετικά καλή είδηση για όλες τις αγορές διεθνώς, ότι ο Dow έχει φτάσει σε νέο υψηλό, όπως υπογραμμίζει ο κ. Andrew Milligan, επικεφαλής παγκόσμιας στρατηγικής στη Standard Life Investments. «Μπορεί αυτή η τάση να συνεχιστεί;», όπως αναρωτιέται. Και απαντά, «ναι, αλλά χρειάζεται να υπάρξουν τα ίδια κίνητρα. Χρειάζεται οι φορείς χάραξης πολιτικής σε ολόκληρο τον κόσμο να παραμείνουν υποστηρικτικοί», καταλήγει.

Ο κ. Laszlo Birinyi, από τους πρώτους διαχειριστές κεφαλαίων που συνέστησαν τοποθετήσεις στις αμερικανικές μετοχές πριν από τέσσερα χρόνια, υποστηρίζει ότι το ράλι της αγοράς των «ταύρων» εισέρχεται σε μία τελική φάση, καθώς οι επενδυτές, οι οποίοι είχαν προηγουμένως αποφύγει τις μετοχές, τελικά αγόρασαν.


Οι καταθέσεις των επενδυτών στα παγκόσμια μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια κατά την πρώτη εβδομάδα του Ιανουαρίου ήταν υψηλότερες από ό,τι οποιαδήποτε άλλη περίοδο, εκτός από μία, σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας ερευνών EPFR Global. Οι ροές χρημάτων σε αμοιβαία κεφάλαια μετοχών ήταν θετικές τον Ιανουάριο για πρώτη φορά μέσα σε 11 μήνες και οι υψηλότερες τα τελευταία εννέα χρόνια, σύμφωνα με τo Investment Company Institute. Αυτό αντιπροσωπεύει μία σημαντική ανάκαμψη μετά την τεράστια φυγή των επενδυτών όπου απέσυραν περισσότερα από 600 δισ. δολάρια από τα μετοχικά αμοιβαία τα τελευταία πέντε χρόνια, όπως δείχνουν τα στοιχεία της ICI.

«Ο κόσμος έχει αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι πρόκειται ξεκάθαρα για μία bull market», όπως σημειώνει ο κ. Birinyi. «Δεν πρόκειται να ξαναέρθει κι έτσι εάν έχετε χάσει το τραίνο πρέπει να ανεβείτε γιατί αν και έχει ακόμα δρόμο να διανύσει, δεν είναι και τόσο μακρύς», τονίζει.

Ο ΟΥΟΡΕΝ ΜΠΑΦΕΤ ΑΓΟΡΑΖΕΙ ΗΠΑ
Ο κ. Ουόρεν Μπάφετ εξακολουθεί να βλέπει «καλή αξία» στις μετοχές, ακόμη και τώρα που ο δείκτης Dow Jones βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Σε συνέντρευξή του στο CNBC, ο δισεκατομμυριούχος μεγαλοεπενδυτής δήλωσε πως η Berkshire Hathaway συνεχίζει να αγοράζει μετοχές, παρά το γεγονός ότι οι τιμές έχουν αυξηθεί.

Οπως είπε χαρακτηριστικά, «ό,τι αγόρασα στα 80 δολάρια, δεν μου αρέσει το ίδιο στα 100 δολάρια. Αλλά αν με ρωτάτε αν οι μετοχές είναι φθηνότερες σε σχέση με άλλες μορφές επενδύσεων, τότε κατά την άποψή μου η απάντησή είναι ναι». Ο κ. Μπάφετ εξήγησε πως η εταιρεία του εξακολουθεί να αγοράζει μετοχές, όχι γιατί περιμένει ότι θα ανέβουν, αλλά επειδή πιστεύει ότι εμπεριέχουν αξία.

Οπως πρόσθεσε, οι μετοχές δεν είναι όσο φθηνές ήταν πριν από τέσσερα χρόνια, αλλά έχουν πολύ μεγαλύτερη αξία απ ό,τι άλλες επενδύσεις σήμερα. Η πιο «κουτή» επένδυση σήμερα, σύμφωνα με τον κ. Μπάφετ, είναι τα μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα.

Ο κ. Μπάφετ σημείωσε επίσης πως δεν ανησυχεί για τις επιπτώσεις από την αυτόματη επιβολή περικοπών των κυβερνητικών δαπανών, εκτιμώντας αντίθετα ότι οι ΗΠΑ θα παραμείνουν στους σημερινούς ρυθμούς της αργής ανάκαμψης, η οποία «δεν έχει μεν απογειωθεί, αλλά ούτε έχει διακοπεί».

Οπως υπογραμμίζει, ενώ οι αυτόματες περικοπές θα μειώσουν την επίδραση των κυβερνητικών μέτρων στήριξης στην οικονομία, οι δαπάνες που έχουν απομείνει συνεχίζουν να παρέχουν στην οικονομία αρκετό καύσιμο. Σε καμία περίπτωση η οικονομία δεν καλπάζει, όπως επεσήμανε, και η πρόοδος γίνεται βήμα προς βήμα. Ολοι θα ήθελαν φυσικά να δουν την οικονομία των ΗΠΑ να κινείται ταχύτερα, ωστόσο το σημαντικό είναι πως δεν βάζει όπισθεν, και ο ίδιος δεν νομίζει ότι θα βάλει λόγω των αυτόματων περικοπών δαπανών.

Η Goldman Sachs ψηφίζει Ευρώπη


Oι ευρωπαϊκές μετοχές παραμένουν «πολύ καλή αξία», παρά τους βραχυπρόθεσμες κινδύνους, όπως το πολιτικό αδιέξοδο στην Ιταλίας και την υποτονική οικονομικής ανάπτυξη, όπως επισημαίνει η Goldman Sachs.

Οι αναλυτές της Goldman τονίζουν ότι οι επενδυτές που ψάχνουν τις καλύτερες ευκαιρίες σε μετοχές «ανάπτυξης», θα πρέπει να επικεντρωθούν στους κλάδους της τεχνολογίας, των ειδών οικιακής χρήσης, της υγειονομικής περίθαλψης και της αυτοκινητοβιομηχανίας και να αποφύγουν τους κλάδους των τηλεπικοινωνιών και της ενέργειας. Συστήνουν επίσης τοποθετήσεις σε μετοχές των ασφαλειών έναντι των τραπεζών, στον χρηματοπιστωτικό κλάδο.

Η Goldman αναβαθμίζει τους κλάδους της υγειονομικής περίθαλψης και της τεχνολογίας σε overweight από ουδέτερη στάση, τονίζοντας ότι οι μετοχές του κλάδου της υγείας όπως η Novo Nordisk, η Roche και η Shire είναι μεταξύ των top picks της και ξεχωρίζει την Aveva, την CapGemini, την Ericsson και την ως κορυφαίες μετοχές στον κλάδο της τεχνολογίας

Η τράπεζα αυξάνει επίσης τη σύστασή της στις μετοχές του κλάδου της προσωπικής φροντίδας και των οικιακών αγαθών σε overweight από ουδέτερη, προτείνοντας μετοχές όπως η British American Tobacco, η LOreal και η Richemont, ενώ διατηρεί παράλληλα ένα overweight στάση για τον ασφαλιστικό κλάδο.

Την ίδια στιγμή, γυρίζει σε underweight τις θέσεις της στον ευρωπαϊκό κλάδο των τηλεπικοινωνιών, του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και του λιανικού εμπορίου, τονίζοντας ότι η βρετανική Sainsbury αποτελεί μεγάλο sell.

Η Goldman συνεχίζει να αποφεύγει την έκθεση στον ευρωπαϊκό καταναλωτικό κλάδο λόγω της υψηλής ανεργίας, της αδυναμίας αύξησης των μισθών, της μείωσης του πραγματικού εισοδήματος και της επιβολής δημοσιονομικής λιτότητας στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης.

Προσοχή στη μεταβλητότητα

Οπως επισημαίνεται, αν και υπάρχει καλή αξία στις ευρωπαϊκές χρηματιστηριακές αγορές, οι επενδυτές θα πρέπει να αναμένουν βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα, καθώς η βασική επίπτωση της δέσμευσης πέρυσι από τον επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κ. Μάριο Ντράγκι για την προστασία του ευρώ, έχει ήδη αποτιμηθεί από τους επενδυτές.

Σε ό,τι αφορά στο μέτωπο της οικονομικής ανάπτυξης, η Goldman σημειώνει πως αναμένει μία μέτρια ανάκαμψη της παγκόσμιας ανάπτυξης εφέτος, η οποία θα επιταχυνθεί προς το 2014. Οι ευρωπαϊκές μετοχές, κατά την άποψή της, παραμένουν «καλή αξία, ειδικά σε σχέση με τα ομόλογα», όπως τονίζει.

Αν και πτώση του risk premium είναι πιθανό να είναι μία πιο μακροπρόθεσμη τάση, ίσως όμως και να υπάρξει βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα, όπως σημειώνει.

Πρώτον, το risk premium έχει ήδη μειωθεί σημαντικά από το καλοκαίρι που ο κ. Ντράγκι ανακοίνωσε τη δέσμευση στήριξης της ΕΚΤ για τα ομόλογα της περιφέρειας του ευρώ και αυτό το περιορίζει τα όρια για περαιτέρω μειώσεις στο εγγύς μέλλον, προσθέτει.

Και δεύτερον, η ανάπτυξη παραμένει αδύναμη στην Ευρώπη και είναι παραμένει και μη ισορροπημένη, με την περιφέρεια να εξακολουθεί να βιώνει βαθιά ύφεση και είναι πιθανό να συνεχίσει να απειλείται από πολιτικούς κινδύνους, εξαιτίας αυτού.

MORGAN STANLEY

Οι ευρωπαϊκές μετοχές μπορεί να φαίνονται σχετικά λιγότερο ελκυστικές για το βραχυπρόθεσμο διάστημα, ως αποτέλεσμα των μικτών μακροοικονομικών στοιχείων και της πολιτικής αβεβαιότητας στην Ιταλία, όπως επισημαίνει η Morgan Stanley, ωστόσο τονίζει πως αναμένει τις αγορές να κινηθούν υψηλότερα στους επόμενους 3-6 μήνες, δίνοντας και αυτή με τη σειρά της τη σύσταση για αγορά στις όποιες βουτιές των χρηματιστηριακών δεικτών.

Ο διεθνής οίκος αναβαθμίζει έτσι τους κλάδους των βασικών καταναλωτικών αγαθών και του software, σε overweight, προτιμά τα χημικά έναντι των ορυχείων, υποβαθμίζει τις ασφάλειες και τις αυτοκινητοβιομηχανίες σε neutral, και τις τράπεζες σε underweight.

Πάντως, η MS τονίζει πως διατηρεί την bullish στάση της για την Ευρώπη και, όπως πιστεύει, οποιαδήποτε διόρθωση θα είναι «σχετικά μέτρια» επειδή η παγκόσμια ανάπτυξη προβλέπεται να επιταχυνθεί στο τέλος του έτους και το 2014 και οι κεντρικές τράπεζες κατά πάσα πιθανότητα θα συνεχίσουν τη χαλαρή νομισματική πολιτική.

SOCIETE GENERALE

Σημαντική στροφή των επενδυτών της αγοράς ομολόγων προς τις μετοχές έχει παρατηρήσει η Societe Generale και προτείνει τη στρατηγική, που κατά τη γνώμη της θα πρέπει να ακολουθήσουν.

Οπως σημειώνει, για τους επενδυτές που επιθυμούν να αναδιαρθρώσουν τα χαρτοφυλάκιά τους, συστήνονται τρεις επενδυτικές ιδέες με πιθανότητες σημαντικών κερδών:
Αγορά εκείνων των μετοχών που έχουν μερισματική απόδοση «άνετα υψηλότερη» από ό,τι η απόδοση των ομολόγων της εταιρείας.

Μετοχές εταιρειών με ασφαλείς και διατηρήσιμες μερισματικές αποδόσεις. Δύο επενδυτικές στρατηγικές δηλαδή που αντανακλούν πιο στενά το προφίλ των επενδύσεων ομολόγων.

3) Τοποθετήσεις σε μετοχές εταιρειών που υπεραποδίδουν σε ανοδικές αγορές και που έχουν θετική συσχέτιση με τις αποδόσεις των ομολόγων. Αυτή η στρατηγική, όπως τονίζεται, αφορά εκείνους τους επενδυτές που εκτιμούν ότι οι τιμές των ομολόγων θα πέσουν και θέλουν να τοποθετηθούν πιο επιθετικά.

Οπως πολύ χαρακτηριστικά καταλήγει η Societe Generlae, oι αισιόδοξες μεσοπρόθεσμες προοπτικές για τις μετοχές και ειδικά τις ευρωπαϊκές, βασίζονται στην εκτίμησή της ότι οι μετοχές θα σημειώσουν σημαντική άνοδο το επόμενο διάστημα, ενώ τα ομόλογα θα πραγματοποιήσουν βουτιά, σε μία δυναμική συνέχιση της τάσης του τελευταίου διαστήματος, που έχει αποκαλεστεί «μεγάλη στροφή» των επενδυτών μακριά από τα ομόλογα και προς τις μετοχές.

 

Ελευθερία Κούρταλη