ΟΟΣΑ: Σε αρκετά καλό επίπεδο ο δείκτης ευημερίας της Ελλάδας

MarketNews

Σε αρκετά καλό επίπεδο, παρά την κρίση, βρίσκεται ο δείκτης ευημερίας των Ελλήνων όπως αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) επικαλούμενος τα ετήσια στοιχεία του σχετικού δείκτη (Δείκτης Καλύτερης Ζωής) που είδαν την Τρίτη το φως της δημοσιότητας.

Σύμφωνα με τον Οργανισμό, η Ελλάδα αποδίδει αρκετά καλά στο σύνολο των μέτρων ευημερίας, όπως καταδεικνύει και το γεγονός ότι κατατάσσεται κοντά στο μέσο όρο σε έναν μεγάλο αριθμό παραμέτρων του Δείκτη Καλύτερης Ζωής.

Σημειώνεται ότι στόχος του δείκτη ευημερίας του ΟΟΣΑ είναι η μέτρηση της ευημερίας των πολιτών αλλά και των συνθηκών διαβίωσής τους.

Σύμφωνα με τον Οργανισμό, τα χρήματα, παρότι δεν μπορούν να αγοράσουν την ευτυχία, είναι ένα σημαντικό μέσο για την επίτευξη υψηλότερων προτύπων διαβίωσης. Στην Ελλάδα, το μέσο καθαρό εισόδημα ενός νοικοκυριού είναι 20.440 δολάρια ετησίως, ποσοστό ελαφρώς χαμηλότερο από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ (23.047 δολάρια το χρόνο). Επίσης καταγράφεται ένα σημαντικό χάσμα μεταξύ των πλουσιότερων και των φτωχότερων - το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού κερδίζει έξι φορές τα εισοδήματα του κατώτατου 20%.

Όσον αφορά την απασχόληση, το 56% των ατόμων ηλικίας από 15 έως 64 ετών στην Ελλάδα έχουν σχέση αμειβόμενης εργασίας, κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ για την απασχόληση του 66%. Το 66% των ανδρών είναι σε αμειβόμενη εργασία, σε σύγκριση με το 45% των γυναικών, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι γυναίκες αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξισορρόπηση καριέρας - οικογένειας. Οι έλληνες πολίτες εργάζονται 2.032 ώρες ετησίως, πάνω από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ (1.776 ώρες). Σχεδόν το 5% των εργαζομένων εργάζονται επί πολλές ώρες, κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (9%), με το 6% των ανδρών να εργάζονται πολλές ώρες σε σύγκριση με το 4% για τις γυναίκες.

Η καλή εκπαίδευση αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για την εύρεση εργασίας. Στην Ελλάδα, το 65% των ενηλίκων ηλικίας 25-64 ετών έχουν απολυτήριο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (κάτω από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ - 74%). Το ίδιο ισχύει τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες. Όσον αφορά την ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος, ο μέσος φοιτητής έχει 473 μονάδες στη λογοτεχνία, τα μαθηματικά και τις επιστήμες στο πρόγραμμα του ΟΟΣΑ για τη Διεθνή Αξιολόγηση των Μαθητών (PISA). Η βαθμολογία είναι χαμηλότερη από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ (497 μονάδες). Κατά μέσο όρο στην Ελλάδα, τα κορίτσια ξεπέρασαν τα αγόρια κατά 14 μονάδες, ξεπερνώντας το μέσο όρο του ΟΟΣΑ κατά 9 μονάδες.

Όσον αφορά την υγεία, το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση στην Ελλάδα είναι σχεδόν 81 χρόνια (ανεξαρτήτως φύλου), ένα έτος παραπάνω από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ (80 χρόνια). Το προσδόκιμο ζωής για τις γυναίκες είναι 83 σχεδόν χρόνια, σε σύγκριση με 78 για τους άνδρες. Το επίπεδο των σωματιδίων ρύπων στην ατμόσφαιρα είναι αρκετά χαμηλό για να προκαλέσει πνευμονικές βλάβες – ωστόσο είναι 31 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ (20 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο). Η Ελλάδα βρίσκεται επίσης κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ όσον αφορά την ποιότητα του νερού, με το 69% των ατόμων να δηλώνουν ότι είναι ικανοποιημένοι με την ποιότητα της ύδρευσης, κάτω από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ (84%.)

Αναφορικά με τη δημόσια σφαίρα (κοινωνικοί θεσμοί και κοινωνικές σχέσεις), υπάρχει μια κάποια αίσθηση αλληλεγγύης και μέτρια επίπεδα κοινωνικής συμμετοχής των πολιτών στην Ελλάδα, όπου το 81% των ανθρώπων πιστεύουν ότι γνωρίζουν κάποιον στον οποίο θα μπορούσαν να βασιστούν σε ώρα ανάγκης, χαμηλότερα πάντως από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ (90%). Η συμμετοχή στις κάλπες, ένα μέτρο της εμπιστοσύνης του κοινού στην κυβέρνηση και τη συμμετοχή των πολιτών στην πολιτική διαδικασία, ανήλθε σε 62% κατά τις τελευταίες εκλογές, κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (72%.)

Σε γενικές γραμμές, συμπεραίνει ο ΟΟΣΑ, οι Έλληνες είναι λιγότερο ικανοποιημένοι από τη ζωή τους συγκριτικά με το μέσο όρο του Οργανισμού, με το 71% των ατόμων να δηλώνουν ότι έχουν πιο θετικές εμπειρίες (αίσθηση ικανοποίησης για μια επιτυχία, ευχαρίστηση κλπ) από αρνητικές (πόνος, ανησυχία , θλίψη, ανία, κλπ). Ωστόσο, το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ (80%.)