Πτωτική παραμένει η πορεία των τεχνικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με την Icap Group

MarketNews

Μείωση παρουσιάζει, από το 2009, το μέγεθος της αγοράς των τεχνικών εταιρειών 7ης- 6ης- 5ης τάξης (έσοδα μόνο από την κατασκευή αυτοτελώς εκτελούμενων έργων στην Ελλάδα και το εξωτερικό) και, συγκεκριμένα, υποχώρησε κατά 7,8%, το 2011/10, όπως προέκυψε από σχετική κλαδική μελέτη της Icap Group.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, η πτωτική πορεία συνεχίστηκε και το 2012, με εκτιμώμενο ποσοστό της τάξης του 36%. Οι εταιρείες 6ης και 7ης τάξης αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς (40% και 46%, αντίστοιχα, το 2011).

Εάν ληφθούν υπόψη τα έσοδα των επιχειρήσεων τόσο από την κατασκευή ιδίων έργων όσο και από κοινοπραξίες, εκτιμάται ότι η συνολική αγορά των τεχνικών εταιρειών 5ης, 6ης και 7ης τάξης, μειώθηκε κατά 13,5%, το 2011/2010. Στο συνολικό μέγεθος αγοράς (ίδια έργα και κοινοπραξίες), τα έσοδα από την κατασκευή ιδίων έργων αντιπροσωπεύουν το 58% του συνόλου και τα έσοδα από την κατασκευή έργων σε κοινοπρακτική βάση το 42%. Αξιοσημείωτο είναι τα έσοδα των συγκεκριμένων επιχειρήσεων από την κατασκευή έργων στο εξωτερικό αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό μερίδιο στο σύνολο της αγοράς (περίπου 36%, το 2011).

Όπως επισημαίνεται στη μελέτη, ο κατασκευαστικός τομέας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, ο οποίος, τα προηγούμενα χρόνια, είχε συνδεθεί άρρηκτα με την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Ο κλάδος των κατασκευών έφθασε στην κορύφωσή του, το 2006, όπου συνέβαλε κατά 7,8% στο ΑΕΠ της χώρας, ενώ, το 2011, η συμμετοχή του μειώθηκε μόλις στο 2,2%. Η συμμετοχή του στη συνολική απασχόληση ανερχόταν στο 8,7%, το 2008, έκτοτε, όμως, παρατηρείται συνεχής μείωση του ποσοστού συμμετοχής (5,6%, το Β΄ τρίμηνο του 2012). Σωρευτικά, την περίοδο 2008-2012, παρατηρούνται απώλειες 186 χιλιάδων θέσεων εργασίας.

Στον κλάδο, δραστηριοποιείται μεγάλος αριθμός τεχνικών επιχειρήσεων, ωστόσο στις τρεις ανώτερες τάξεις (5ης, 6ης και 7ης) περιλαμβάνονται (συγκριτικά) λίγες εταιρείες. Τα κριτήρια και οι δείκτες βιωσιμότητας, που ορίζει η εθνική νομοθεσία για την κατάταξη των εργοληπτικών επιχειρήσεων, οδήγησε (κυρίως από το 2002) στη δημιουργία σχετικά λίγων και μεγάλων επιχειρηματικών σχημάτων- ομίλων.

Σχετικά με τα προβλήματα του κλάδου, στη μελέτη επισημαίνονται τα εξής: «Τα τελευταία χρόνια, οι περικοπές στα προγράμματα δημοσίων επενδύσεων και η μείωση στις δημοπρασίες δημοσίων έργων επέφεραν μείωση της κατασκευαστικής δραστηριότητας δημοσίων έργων. Περαιτέρω, η οικονομική ύφεση, που πλήττει τη χώρα, έχει επιφέρει μείωση του εισοδήματος των νοικοκυριών, αύξηση του αδιάθετου αποθέματος ακινήτων, μείωση των χορηγήσεων δανείων, με αποτέλεσμα να πληγεί και ο τομέας κατασκευής ιδιωτικών έργων (κατοικίες, εμπορικά και βιομηχανικά ακίνητα, κλπ).

Συνέπεια των παραπάνω, ήταν η δραστική επιβάρυνση των αποτελεσμάτων των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα την τριετία 2009-2011, γεγονός το οποίο δημιούργησε ανακατατάξεις στον κλάδο, όπως υποβαθμίσεις επιχειρήσεων σε χαμηλότερες τάξεις πτυχίων, πτωχεύσεις, παύση λειτουργίας ορισμένων εταιρειών και, γενικότερα, σταδιακή μείωση του αριθμού των εταιρειών 5ης, 6ης και 7ης τάξης. Για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα στην εγχώρια αγορά, οι μεγαλύτερες (κυρίως) από τις εταιρείες του κλάδου, εκμεταλλευόμενες τη σημαντική τεχνογνωσία, που έχουν αποκτήσει, αναζητούν ευκαιρίες και εκτός των ελληνικών συνόρων».

Στο πλαίσιο της μελέτης, πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη χρηματοοικονομική ανάλυση των επιχειρήσεων του κλάδου, βάσει επιλεγμένων αριθμοδεικτών. Επίσης, συντάχθηκαν ομαδοποιημένοι ισολογισμοί, για τη διετία 2010-2011, βάσει αντιπροσωπευτικού δείγματος εταιρειών.

Από τον ομαδοποιημένο ισολογισμό 91 τεχνικών επιχειρήσεων (5ης, 6ης ή 7ης τάξης) παρατηρείται ότι το σύνολο του ενεργητικού τους παρέμεινε στα ίδια επίπεδα (αύξηση 0,02%), ενώ τα συνολικά ίδια κεφάλαια μειώθηκαν κατά 7,6%. Οι συνολικές πωλήσεις των εταιρειών του δείγματος μειώθηκαν κατά 5,2%, το 2011, ενώ το μικτό κέρδος αυξήθηκε κατά 8,8%. Παρόλα αυτά, το τελικό αποτέλεσμα παρουσίασε σημαντική επιδείνωση, το 2011 και μετατράπηκε σε ζημιογόνο έναντι κερδών, το 2010.