Eurobank: ’Κλειδί’ η μεταρρύθμιση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού

MarketNews

Eurobank:

Η αξιολόγηση του 2ου Προγράμματος Σταθεροποίησης από το ΔΝΤ δείχνει ότι το ενδιαφέρον της κυβέρνησης πρέπει να στραφεί στην ολοκλήρωση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αναφέρει η Eurobank στο «7 ημέρες οικονομία».

Φυσικά στην Έκθεση δεν παραγνωρίζονται και οι σημαντικές καθυστερήσεις σε συγκεκριμένους τομείς διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων:

- Στη μεταρρύθμιση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού.

Παρά την πρόοδο που συντελέστηκε τους τελευταίους μήνες (δημιουργία ημιανεξάρτητης Γενικής Γραμματείας υπεύθυνης για τα έσοδα, καθορισμός αρμοδιοτήτων της, νέο νομοσχέδιο για τη φορολογία εισοδήματος κτλ) παρατηρούνται σημαντικές καθυστερήσεις κυρίως στον τομέα του ελέγχου των φορολογικών εσόδων και των μηχανισμών που πραγματοποιούν τους συγκεκριμένους ελέγχους.

Στην Έκθεση επισημαίνεται πως από την αναμόρφωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού θα εξαρτηθεί το δημοσιονομικό αποτέλεσμα των επόμενων κενών καθώς και η αποφυγή λήψης νέων μέτρων (περικοπών δαπανών). Η κάλυψη του δημοσιονομικού κενού το 2014 μπορεί να επιτευχθεί από την καλύτερη λειτουργία του φοροεισπρακτικού μηχανισμού.

Το δημοσιονομικό κενό για το 2014 και το 2015 εκτιμάται στα €4,6 δισ. και €6,5 δισ. αντίστοιχα. Οποιαδήποτε αξιόπιστη προσπάθεια μείωσης του συγκεκριμένου κενού θα έχει ως προϋπόθεση έναν αποτελεσματικό φοροεισπρακτικό μηχανισμό. Όπως έχουμε ήδη επισημάνει στο παρελθόν , τόσο η απομείωση του χρέους του Επίσημου Τομέα (δάνεια από τις χώρες της Ευρωζώνης, τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθεροποίησης (ESM/EFSF) και / ή το ΔΝΤ) όσο και η έξοδος στις αγορές, που προτάθηκε τις τελευταίες ημέρες από την κυβέρνηση, θέτουν ως προαπαιτούμενο την αποτελεσματική λειτουργία του φοροεισπρακτικού μηχανισμού.

- Στη μεταρρύθμιση του Ελληνικού Δημοσίου. Παρόλη την προσπάθεια που έγινε τους τελευταίους μήνες η διαδικασία αναδιάρθρωσης του ανθρωπίνου δυναμικού του Ελληνικού Δημοσίου μέσω του προγράμματος κινητικότητας (συμπεριλαμβανομένων και των πιθανών απομακρύνσεων) δεν έχει ακόμη ξεκινήσει.

Εν τω μεταξύ τα στοιχεία της Γενικής Κυβέρνησης για την περίοδο Ιανουαρίου-Απριλίου 2013 δείχνουν ότι το πρόβλημα της υστέρησης των εσόδων παραμένει.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Γενικής Κυβέρνησης για την περίοδο Ιανουαρίου-Απριλίου 2013, το δημοσιονομικό ισοζύγιο σε ταμειακή, μη ενοποιημένη, βάση ήταν αρνητικό (δημοσιονομικό έλλειμμα) στα €-2,7δισ. αλλά μειωμένο σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2012 κατά €3,9δισ. ή -59,0%. Το πρωτογενές ισοζύγιο σε ταμειακή, μη ενοποιημένη, βάση ήταν αρνητικό στα €-0,5δισ. σαφώς μικρότερο από το αντίστοιχο αποτέλεσμα του Απριλίου του 2012 (πλεόνασμα €0,9δις) κατά -150,5% σε ετήσια βάση.

Η μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος για την περίοδο Ιανουαρίου-Απριλίου 2013 οφείλεται κυρίως στη σημαντική υστέρηση των εσόδων.

Πιο αναλυτικά, τα έσοδα της Γενικής Κυβέρνησης για την περίοδο Ιανουαρίου-Απριλίου 2013 και χωρίς να συνυπολογίζονται οι ενδοκυβερνητικές συναλλαγές, ήταν €24,6 δισ., μειωμένα κατά €-2,3 δισ. ή -8,6% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2012.

Σύμφωνα με τα τελικά στοιχεία της Κεντρικής Κυβέρνησης τα καθαρά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού για την περίοδο Ιανουαρίου-Απριλίου 2013 ανήλθαν σε €14,0 δισ. μειωμένα κατά -4,4% σε ετήσια βάση. Σε σύγκριση με τον αντίστοιχο στόχο του ΜΠΔΣ 2013-16 τα καθαρά έσοδα εμφανίζονται αυξημένα κατά 0,9%. Οι επιστροφές φόρων για τη συγκεκριμένη περίοδο ήταν μειωμένες τόσο σε ετήσια βάση κατά -65,2% όσο και σε σχέση με τον αντίστοιχο μηνιαίο στόχο του ΜΠΔΣ 2013-16 κατά -62,6%.

Αν υποθέσουμε ότι οι επιστροφές φόρων ήταν ίσες με τον στόχο ΜΠΔΣ 2013-16 τότε η μείωση των καθαρών εσόδων θα ανερχόταν σε –8,6% σε ετήσια βάση και -3,6% σε σχέση με τον στόχο του ΜΠΔΣ 2013-16. Όπως έχουμε γράψει και στο παρελθόν η συγκεκριμένη πρακτική μόνο προσωρινά οφέλη έχει. Οι μειωμένες επιστροφές φόρων τους δύο πρώτους μήνες του έτους απλά αυξάνουν το ποσό που πρέπει να επιστραφεί τους υπόλοιπους δέκα μήνες ή σε αντίθετη περίπτωση θα επιβαρύνουν τους δημοσιονομικούς στόχους της χρονιάς.

Δεν είναι ικανοποιητικός ο ρυθμός εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών

Η εξέλιξη της εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου θεωρούμε ότι είναι μη-ικανοποιητική. Πρέπει να αναγνωρίσουμε φυσικά ότι το Υπουργείο Οικονομικών τους τελευταίους μήνες βελτιώνει τις επιδόσεις του στο συγκεκριμένο τομέα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν στις αρχές τις εβδομάδας:

1. Το Υπουργείο Οικονομικών μέχρι το τέλος Απριλίου 2013 είχε εγκρίνει και χρηματοδοτήσει ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις φορέων της γενικής κυβέρνησης συνολικού ύψους €4,2 δισ. οι οποίες όμως δεν έχουν μεταφερθεί στην πραγματική οικονομία στο σύνολο τους μέσω τελικών πληρωμών εξαιτίας θεσμικών και λειτουργικών προβλημάτων.

2. Το συνολικό ύψος των τελικών πληρωμών (εξοφλήσεων ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων και επιστροφών φόρων) στο τέλος Απριλίου 2013 ανέρχεται σε μόλις €2,9 δισ. εκ των οποίων τα €1,4 δισ. καταβλήθηκαν την περίοδο Δεκεμβρίου 2012-Φεβρουαρίου 2013, τα υπόλοιπα €0,9 δισ. καταβλήθηκαν τον Μάρτιο του 2013. Τον Απρίλιο του 2013 καταβλήθηκαν €0,6 δισ.

3. Η υστέρηση στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων με βάση το χρονοδιάγραμμα του Προγράμματος Σταθεροποίησης της Ελληνικής Οικονομίας (Δεκέμβριος 2012), είναι σημαντική. Σημειώστε εδώ πως στην πρόσφατη Έκθεση του ΔΝΤ για την αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος επισημαίνεται η σημαντική υστέρηση όσον αφορά την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων. Σύμφωνα με το ΔΝΤ μόλις €1,2 δισ. ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων είχαν εξοφληθεί μέχρι το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2012 έναντι στόχου του προγράμματος για €3,5 δισ..

Οπως έχουμε επισημάνει και στο παρελθόν η σημαντική απόκλιση οφείλεται κυρίως σε οργανωτικές αστοχίες και γραφειοκρατικά προβλήματα στα πλαίσια της Γενικής Κυβέρνησης που θα έπρεπε να είχαν αντιμετωπιστεί εδώ και καιρό.

4. Η προοπτική για τους επόμενους μήνες όσον αφορά την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων κρίνεται ως θετική. Ήδη έχουν επιλυθεί μια σειρά από γραφειοκρατικά προβλήματα και οργανωτικές αστοχίες όπως π.χ. η απευθείας αποπληρωμή των νοσοκομείων (και όχι μέσω του ΕΟΠΥΥ όπως γινόταν μέχρι σήμερα), αναφέρει η Eurobank.