Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα

Λιμνιωτάκη Δέσποινα

Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα

Ο Γιώργος, η Κατερίνα, ο Μιχάλης, η Μαρία, η Ελένη, δεν έχουν επώνυμο.  Κείτονται εκεί, ονόματα αράδα, αθροίσματα οριζόντιων εξισώσεων, αποκλεισμένοι σε λίστες αναμονής, περιμένοντας τις υπουργικές αποφάσεις που θα κάνουν πρεμιέρα στα ΜΜΕ αύριο το μεσημέρι.  Μαζί τους κουβαλάνε ιστορίες, διαδικασίες, συμφωνίες, συγκινήσεις και απογοητεύσεις, πανηγυρισμούς και διαμαρτυρίες από μια πορεία είκοσι και βάλε χρόνων. 

Όλοι οι ρόλοι που κλήθηκαν να αναλάβουν ποτέ - του μαθητή, του γονιού, του πολίτη, του εργαζόμενου, του παραγωγού πολιτισμού, αλλά πολύ περισσότερο του χειραφετημένου ενήλικα, αυτού δηλαδή που έχει απελευθερωθεί από τα δεσμά της πατρικής εξουσίας – χάσκουν μπροστά στα πόδια τους καθώς στοιβάζονται στη σειρά για να μπουν στο παιχνίδι με τις καρέκλες: κάθε φορά που θα σταματάει η μουσική, κάποιος από αυτούς θα χάνει τη θέση του.  Όμως αυτό δεν έχει και τόση σημασία: φημολογείται, ότι καμιά τρομακτική αλλαγή δεν θα συντελεστεί επί της απουσίας τους.

Ποια ακριβώς στιγμή ο Έλληνας πέρασε από την ομάδα στην αγέλη και από την αμοιβαιότητα στο «δεν τρέχει και τίποτα»;  Μετεξεταστέος υπήκοος μιας χώρας που έχει καταρρεύσει κοινωνικά, να πιστεύει ότι όσο τα νούμερα «βγαίνουν», καλά πάμε.  Παραχώρησε τα κλειδιά της κοινότητας στο κράτος,  παίρνοντας ως αντάλλαγμα πρόσκαιρα οικονομικά οφέλη που τον απομάκρυναν μέρα με τη μέρα από το περιβάλλον του και την ουσία.  Άλλοτε θύμα και άλλοτε θύτης, αλλά οπωσδήποτε συμμέτοχος στο σκληρό παιχνίδι της αγοράς, άφησε την προστασία της οικογένειας, τη φροντίδα προς τα αδύναμα μέλη, τις διαπροσωπικές σχέσεις να γίνουν προϊόν.  Δεν χρειαζόταν πια να συνάπτει δεσμούς αμοιβαιότητας κι αλληλεπίδρασης με τους συμπολίτες του, ούτε να αναλαμβάνει τις ευθύνες των επιλογών του, αφού για όλα «φρόντιζαν» οι άλλοι. 

Σταδιακά αποδυναμώθηκε, έγινε υποχείριο, άρχισε να μπερδεύει ακόμα και τη φωνή της συνείδησής του με τις επευφημίες προς τους αρχηγούς, αρκεί εκείνοι να κρατούσαν καλούς λογαριασμούς.  Δεν έκανε πια σχέσεις, μόνο υπέγραφε συμβάσεις.  Το πολιτικό αλισβερίσι των προηγούμενων δεκαετιών κατάφερε να τον μετατρέψει από άνθρωπο σε ψηφίο.  Τώρα, συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει διακανονισμός για τις απώλειες που μετράει.

Αλλά το χειρότερο από όλα έρχεται από την διακαναλική επιβεβαίωση ότι είναι τραγικά αναλώσιμος: σκουριασμένο γρανάζι που πρέπει να πεταχτεί, προκειμένου η μηχανή να ξαναρχίσει να στροφάρει.  Χωρίς κοινωνική ταυτότητα, κάτοικος μιας χώρας που πάσχει από το αυτοάνοσο νόσημα της τυφλής κομματικής υποταγής, μην έχοντας τίποτα άλλο να καταναλώσει, ο Έλληνας στρέφεται στη σάρκα του διπλανού.  Πόσοι πρέπει σήμερα να «φαγωθούν» για να γλυτώσει ο ίδιος; 

Αυτό που αγνοούμε είναι ότι είμαστε αλυσοδεμένοι.  Με κοινές καταβολές, παρόμοια νοοτροπία, έχοντας - προς το παρόν - χάσει το ίδιο τρένο της προόδου και της εσωτερικής ανάπτυξης, χρεοκοπημένοι σε συλλογικές αξίες, βουτηγμένοι ως το λαιμό στο θυμό.  Ο Γιώργος, η Κατερίνα, ο Μιχάλης, η Μαρία, η Ελένη δεν έχουν επώνυμο επειδή είμαστε εγώ κι εσύ, ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας και όλοι μαζί που καταρρέουμε.  Πρωταγωνιστές σε μια ταινία χωρίς σενάριο που προβάλλεται ξανά και ξανά, πολλές φορές και προτού προλάβει να ολοκληρωθεί η τετραετία.  Ως πότε; 

Και ναι, έχουν δίκιο: τίποτα περισσότερο δεν θα αλλάξει, η καταστροφή έχει ήδη επέλθει.

Θυμάμαι το ανέκδοτο με το αεροπλάνο που μου έλεγε ο πατέρας μου για να περιγράψει την κατάσταση στη χώρα: κατά τη διάρκεια μιας πτήσης, ο κυβερνήτης ανακοινώνει στους επιβάτες ότι ο ένας κινητήρας παρουσίασε βλάβη, «αλλά μη σας ανησυχεί, έχουμε άλλους τρεις για να πορευτούμε, απλώς θα καθυστερήσουμε δύο ώρες παραπάνω μέχρι να φτάσουμε».  Λίγο αργότερα, έρχεται και άλλη ανακοίνωση «Ξέρετε, και ο δεύτερος κινητήρας βγήκε εκτός λειτουργίας, αλλά δεν πειράζει, θα τα καταφέρουμε με τους δύο που απέμειναν.  Μόνο που θα αργήσουμε τρεις ώρες».  Σε λίγο, να άλλη μια ανακοίνωση «Δυστυχώς χάσαμε και τον τρίτο κινητήρα.  Η καθυστέρησή μας θα πάρει πάνω από τέσσερις ώρες».  Τότε γυρίζει κάποιος στο διπλανό του και λέει: «Να προσεύχεσαι να μη χαλάσει και ο τέταρτος κινητήρας, γιατί θα μείνουμε εδώ πάνω όλη νύχτα.»

Έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο, χρειάζεται να δημιουργήσουμε από την αρχή την εστία μας, να δούμε τον εαυτό μας με τα μάτια του άλλου, να δουλέψουμε μαζί, για να φουλάρουν οι κινητήρες. Ξανά.