Νόμος Κατσέλη: Υπάγονται τελικά οι οφειλές στο Δημόσιο και τα Ασφαλιστικά Ταμεία;

Βαονάκης Ιωάννης

Νόμος Κατσέλη: Υπάγονται τελικά οι οφειλές στο Δημόσιο και τα Ασφαλιστικά Ταμεία;

Ο ν. 3869/2010 (γνωστός και ως “Νόμος Κατσέλη”) κατά τα πρώτα χρόνια εφαρμογής του εξαιρούσε ρητά από το εφαρμοστικό του πεδίο την υπαγωγή των οφειλών προς το Δημόσιο εν γένει και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, υπάγοντας σε αυτό κατ’ ουσίαν μόνο τις οφειλές προς πιστωτικά ιδρύματα και ιδιωτικές επιχειρήσεις ή ιδιώτες. Ωστόσο, από τον Αύγουστο του 2015 με την τροποποίησή του με τον ν. 4336/2015, υπήγαγε πλέον ρητά στο εφαρμοστικό του πεδίο και τις οφειλές προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, με την προϋπόθεση αυτές να μην αποτελούν τις μοναδικές οφειλές που εντάσσονται στο σχέδιο ρύθμισης, αλλά να συνυπάρχουν και οφειλές προς πιστωτικά ιδρύματα ή ιδιώτες.

Η δυνατότητα υπαγωγής πλέον των εν λόγω οφειλών, οι οποίες αρχικά δεν υπάγονταν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, κρίθηκε επιβεβλημένη από το νομοθέτη, προκειμένου να επιτευχθεί ο προστατευτικός σκοπός των ρυθμίσεων του ν. 3869/2010, που είναι η υπό προϋποθέσεις απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του και η επάνοδος του στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου, κατά τα διαλαμβανόμενα και στην Αιτιολογική Έκθεση του ν. 3869/2010, καθώς τυχόν απαλλαγή από τα χρέη προς ιδιώτες με διατήρηση των μέχρι πρότινος εξαιρουμένων χρεών (εν προκειμένω και έναντι των φορέων κοινωνικής ασφάλισης) θα καθιστούσε άνευ ουσιαστικού αποτελέσματος τυχόν επιτυγχανόμενη απαλλαγή του οφειλέτη, ο οποίος θα εξακολουθούσε να βαρύνεται με τα εξαιρούμενα χρέη.

Η δε εξαίρεση συγκεκριμένων απαιτήσεων από το πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είχε ως συνέπεια τη δημιουργία δανειστών δύο ταχυτήτων, καθώς οι πιστωτές που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι των υπολοίπων, διατηρώντας στο ακέραιο τις απαιτήσεις τους.

Εξάλλου, η ρύθμιση και διαγραφή τέτοιων οφειλών δεν είναι πρωτόγνωρη στο δικαιϊκό μας σύστημα, αλλά αναλόγως υπό προϋποθέσεις εφαρμόζεται και στο πεδίο του Πτωχευτικού Κώδικα, ο οποίος ούτως ή άλλως τυγχάνει εν πολλοίς συγγενής με τον ν. 3869/2010.

Εντούτοις, η υπαγωγή των ανωτέρω οφειλών στον ν. 3869/2010 τίθεται σε αμφισβήτηση από μέρος του νομικού κόσμου αλλά και της νομολογίας, υπό την προβληματική της φερόμενης αντισυνταγματικότητας της υπαγωγής των ανωτέρω οφειλών στην ρύθμιση, λόγω του δημόσιου χαρακτήρα τους και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, της συνταγματικής επιταγής για την εγγύηση του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης από βιώσιμα ασφαλιστικά ταμεία που λειτουργούν στο πλαίσιο υγιών οικονομικών βάσεων, επιχειρήματα που κατεξοχήν προβάλλονται από τους ως άνω Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης κατά την εκδίκαση υποθέσεων του ν. 3869/2010 που περιέχουν και τέτοιες οφειλές.

Αντίστοιχα, από τους υποστηριχτές της άποψης της μη υπαγωγής των οφειλών αυτών στον ν. 3869/2010, προβάλλεται το επιχείρημα ότι με δεδομένη την υπό κριτήρια (με κύριο το ύψος της οφειλής) ποινική ευθύνη των προσώπων που δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους προς το Δημόσιο και τα Ασφαλιστικά Ταμεία, η σχετική αφερεγγυότητα συνιστά παράλληλα αδικοπραξία διαπραττόμενη με δόλο και συνεπώς εξαιρετέα από το ρυθμιστικό πεδίο του ν. 3869/2010.

Ωστόσο, χωρίς να έχει ακόμα ξεκαθαριστεί απολύτως νομολογιακά το εν λόγω ζήτημα, έχουν εκδοθεί και αποφάσεις, είτε σε επίπεδο προσωρινής διαταγής είτε σε επίπεδο οριστικής απόφασης επί του δικογράφου της αιτήσεως ρύθμισης στο πλαίσιο του ν. 3869/2010, αντίθετες με τα ανωτέρω επιχειρήματα, οι οποίες τάσσονται υπέρ της υπαγωγής των συγκεκριμένων οφειλών στον ως άνω Νόμο.

Συγκεκριμένα, όπως κρίθηκε πρόσφατα με την υπ’ αρ. 398/2016 Απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιλίου (μέρος του σκεπτικού της οποίας αποτυπώνεται και ανωτέρω), ουδόλως θίγεται με την εισαγωγή της ανωτέρω διάταξης η εγγύηση του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης, όπως αυτή εξειδικεύεται στην αρχή της προστασίας του ασφαλιστικού κεφαλαίου και της οικονομικής βιωσιμότητας των φορέων κοινωνικής ασφάλισης με τη δημιουργία εντονότατων προβλημάτων στην οικονομική τους βιωσιμότητα, όπως ισχυρίζεται το καθ’ ου, καθώς η είσπραξη των εν λόγω οφειλών είναι λίαν επισφαλής, αν όχι αδύνατη, και οι φορείς δεν δύνανται να στηρίζουν σε αυτές τη βιωσιμότητά τους. Η περικοπή οφειλών υπερχρεωμένων ήδη πολιτών δεν στερεί τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από αναγκαίους πόρους, όταν η αβεβαιότητα είσπραξης σε σχέση με τη δυνατότητα εξοφλήσεως είναι ιδιαίτερα υψηλή.

Άλλωστε, με βάση την ως άνω απόφαση, ο υπερχρεωμένος οφειλέτης ακριβώς λόγω της ιδιότητάς του δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθει ούτως ή άλλως στις υποχρεώσεις του έναντι αυτών, συνεπώς θα οδηγείτο στο ίδιο αποτέλεσμα, ήτοι τη συσσώρευση οφειλών μη δυνάμενων να εισπραχθούν και την απώλεια παροχών.

Εξάλλου, η ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη και η ενδεχόμενη απαλλαγή του από αυτά δεν επέρχεται αμέσως συνεπεία της αιτήσεώς του, αλλά τίθεται σειρά προϋποθέσεων, με συμμετοχή στη διαδικασία και των πιστωτών, ενώ δεν τέθηκε ζήτημα αδικοπραξίας καθώς στην προκείμενη περίπτωση τα χρέη του οφειλέτη ήταν μικρότερα από το κατώτατο όριο άσκησης ποινικής δίωξης.

Αντίστοιχα, με πρόσφατη προσωρινή διαταγή του Ειρηνοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτό το σχετικό αίτημα (προσωρινής διαταγής) οφειλέτη (ιδιοκτήτη κομμωτηρίου), με οφειλές τόσο προς πιστωτικά ιδρύματα, όσο και προς το Δημόσιο, τον Ο.Α.Ε.Ε. και το Ι.Κ.Α., συνολικού ύψους άνω των 320.000 ευρώ με την αναστολή κάθε καταδιωκτικού μέτρου σε βάρος του οφειλέτη και της περιουσίας του και με τον ορισμό καταβολής ποσού 100 ευρώ συνολικά προς όλους τους πιστωτές του (Τράπεζες, Δημόσιο και Ασφαλιστικά Ταμεία) μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης. Αξιοσημείωτο είναι δε ότι στην περίπτωση αυτή τα χρέη του ως άνω οφειλέτη προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ήταν σημαντικά μεγαλύτερα αθροιστικά από τις οφειλές του προς πιστωτικά ιδρύματα.  

Με βάση τα ανωτέρω και παρά την ρητή νομοθετική πρόβλεψη περί υπαγωγής των οφειλών προς το Δημόσιο και τα Ασφαλιστικά Ταμεία στο ρυθμιστικό πεδίο του ν. 3869/2010, είναι ξεκάθαρο ότι μέχρι στιγμής υφίσταται διχασμός στον νομικό κόσμο γενικότερα και την νομολογία ειδικότερα για το ζήτημα της κατάφασης ή μη της υπαγωγής τους στον νόμο αυτό, υπό το πρίσμα του Συντάγματος, ενώ πρόκειται για ένα ζήτημα που θα κληθεί, τους επόμενους μήνες, να επιλύσει η νομολογία, ξεκαθαρίζοντας το σχετικό τοπίο.