Καταδολίευση Δανειστών: Οι προϋποθέσεις και οι έννομες συνέπειές της

Βαονάκης Ιωάννης

Καταδολίευση Δανειστών: Οι προϋποθέσεις και οι έννομες συνέπειές της

Καταδολίευση Δανειστών υφίσταται, με απλά λόγια, όταν κάποιος, ενώ οφείλει (“οφειλέτης”), προκειμένου να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του προς το πρόσωπο στο οποίο οφείλει (“δανειστής”), απαλλοτριώνει, δηλαδή μεταβιβάζει ή αποξενώνεται με οποιονδήποτε τρόπο, ολικά ή εν μέρει, από περιουσιακά του στοιχεία, με σκοπό να αποστερήσει τον δανειστή του από την δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτησή του από τα περιουσιακά στοιχεία αυτά.

Προϋπόθεση για την θεμελίωση της καταδολίευσης δανειστών, η πλήρωση των οποίων παρέχει το δικαίωμα στον δανειστή να ζητήσει την διάρρηξή της σχετικής απαλλοτρίωσης περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη του, αποτελεί καταρχήν η ύπαρξη απαίτησης (οφειλής) που έχει γεννηθεί κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης.

Επιπλέον προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη σκοπού βλάβης του δανειστή στο πρόσωπο του οφειλέτη ο οποίος απαλλοτριώνει την περιουσία του, δηλαδή ο οφειλέτης θα πρέπει να προβαίνει στην απαλλοτρίωση γνωρίζοντας ότι οφείλει στον δανειστή του το ποσό της απαίτησής του και με σκοπό να μην επιτρέψει την ικανοποίηση του δανειστή του για την σχετική αξίωσή του από το περιουσιακό του στοιχείο το οποίο απαλλοτριώνει. Θα πρέπει λοιπόν να τονιστεί ότι σε διάρρηξη υπόκεινται μόνο εκείνες οι δικαιοπραξίες που γίνονται από τον οφειλέτη με πρόθεση βλάβης του δανειστή του. Σκοπός βλάβης υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση, ενώ η πρόθεση βλάβης πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο που γίνεται η απαλλοτρίωση. Απαλλοτρίωση του οφειλέτη που έγινε χωρίς να συντρέχει η γνώση των ανωτέρω στοιχείων δεν θεωρείται καταδολιευτική και δεν υπόκειται σε διάρρηξη, έστω και αν η άγνοια οφείλεται σε βαριά αμέλεια του οφειλέτη.

 Απαραίτητη προϋπόθεση είναι επίσης και η ύπαρξη αφερεγγυότητας του οφειλέτη, δηλαδή απαιτείται η υπόλοιπη περιουσία του, εκτός από αυτήν που απαλλοτριώθηκε, να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του της απαίτησης του δανειστή του, χωρίς ωστόσο να ενδιαφέρει αν άλλοι υπόχρεοι ή ενεχόμενοι για την ίδια αξίωση (π.χ. συνοφειλέτες ή εγγυητές) διαθέτουν επαρκή περιουσία για την κάλυψη της απαίτησης, καθώς ο όρος της αφερεγγυότητας κρίνεται στο πρόσωπο ενός εκάστου οφειλέτη.

Περαιτέρω προϋπόθεση αποτελεί και η γνώση του τρίτου, δηλαδή αυτού υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση έγινε (π.χ. ο αγοραστής, ο λήπτης δωρεάς ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου ενεγράφη προσημείωση υποθήκης), ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη του συγκεκριμένου δανειστή του. Η ύπαρξη γνώσης τεκμαίρεται για ένα έτος από την απαλλοτρίωση εφόσον μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα εγείρεται η σχετική αγωγή, για στενά συγγενικά πρόσωπα του οφειλέτη που προβαίνει στην απαλλοτρίωση, όπως αυτά περιοριστικά αναφέρονται στον Νόμο, ενώ η γνώση δεν απαιτείται για χαριστικές δικαιοπραξίες (π.χ. δωρεά). 

Εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ανωτέρω προϋποθέσεις, ο δανειστής μπορεί, φέροντας το σχετικό βάρος απόδειξής τους και κατά συνέπεια και το σχετικό βάρος απόδειξης και του ισχυρισμού του ότι η απαλλοτρίωση είναι καταδολιευτική, να επιδιώξει δικαστικά την διάρρηξη των απαλλοτριώσεων που έγιναν και τυγχάνουν καταδολιευτικές, προκειμένου να ικανοποιηθεί στην συνέχεια από το περιουσιακό στοιχείο που αποτελεί το αντικείμενο της απαλλοτρίωσης, ενώ είναι αυτονόητο ότι δεν μπορεί ο δανειστής να αξιώσει βάσιμα την διάρρηξη απαλλοτριώσεων που έγιναν από οφειλέτη του όταν δεν πληρούνται σωρευτικά όλες οι προπαρατιθέμενες προϋποθέσεις.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η διάρρηξη, εφόσον επιτευχθεί, έχει ισχύ μόνον υπέρ του δανειστή που την ζήτησε, ενώ το σχετικό δικαίωμα του δανειστή παραγράφεται πέντε (5) έτη μετά την χρονική στιγμή κατά την οποία έλαβε χώρα η απαλλοτρίωση.

Επιπλέον, παρέχεται το δικαίωμα στον δανειστή να επιδιώξει την ποινική δίωξη του οφειλέτη που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, ή και άλλου προσώπου που προβαίνει σε αυτές τις πράξεις για το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών, που προβλέπεται στο άρθρο 397 ΠΚ και διώκεται μόνον ύστερα από έγκληση του ζημιωθέντος.