Η νέα ευρωπαϊκή πολιτική για ενεργειακές επενδύσεις

Παπαδόπουλος Ιωάννης

Η νέα ευρωπαϊκή πολιτική για ενεργειακές επενδύσεις

Όσοι ασχολούνται με τις ευρωπαϊκές πολιτικές αλλά και οι απλοί ευρωπαίοι πολίτες έχουν στην πλειοψηφία τους μία τάση να παραγνωρίζουν δυστυχώς την επιρροή που ασκεί ο επιχειρησιακός προσανατολισμός των μεγάλων επενδυτικών τραπεζών στις πολιτικές επιλογές.

Η επιλογή των αναπτυξιακών σχεδίων που θα χρηματοδοτήσει μία δημόσια επενδυτική τράπεζα, όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ), που αποτελεί το χρηματοδοτικό βραχίονα της Ε.Ε., δεν γίνεται στην τύχη αλλά βάσει προκαθορισμένων κατευθυντήριων γραμμών, ενός συνεκτικού σχεδίου δράσης και μιας γενικότερης αναπτυξιακής αντίληψης. Έτσι η επιλογή της δανειοδότησης ενός λιγνιτικού σταθμού αντί ενός αιολικού πάρκου δεν είναι ουδέτερη.

Σε κάθε περίπτωση πέραν της χρηματοδότησης ενός συγκεκριμένου επιχειρηματικού σχεδίου θα καθοριστεί και ένας απώτερος αναπτυξιακός προσανατολισμός.

Η κατασκευή μιας ενεργειακής μονάδας θα επιφέρει και την αντίστοιχη ζήτηση για πρώτες ύλες και κεφαλαιουχικά αγαθά και θα στρέψει τους τοπικούς παραγωγούς αλλά και τους προμηθευτές προς μία κατεύθυνση αντί μιας άλλης, πριμοδοτώντας κάποιες οικονομικές δραστηριότητες αντί άλλων.

Έχοντας αυτά υπόψη μπορούμε να καταλάβουμε πόσο σημαντική είναι η απόφαση που έλαβε την περασμένη εβδομάδα η ΕΤΕπ για μία νέα πολιτική δανειοδότησης μονάδων παραγωγής ενέργειας. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, για να χρηματοδοτείται εφεξής μία ενεργειακή μονάδα, πρέπει να πληροί ένα κριτήριο απόδοσης ως προς την εκπομπή αερίων θερμοκηπίου (emissions performance standard), που να μην υπερβαίνει τα 550 γραμμάρια διοξειδίου του άνθρακα ανά κιλοβατώρα.

Κατά τους υπεύθυνους της ΕΤΕπ αυτό το ανώτατο όριο είναι συμβατό με την επίσημη ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική και την πολιτική καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής, που βασίζονται στη σταδιακή μείωση της καύσης ορυκτών καυσίμων με ορίζοντα το 2050.

Η ΕΤΕπ δεν πρωτοπόρησε. Στο αντίστοιχο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα του Καναδά για παράδειγμα ισχύει εδώ και έναν χρόνο ένα ακόμη χαμηλότερο όριο, ενώ η Παγκόσμια Τράπεζα, η οποία χρηματοδοτεί αναπτυξιακά σχέδια σε αναπτυσσόμενες χώρες, ακολουθεί και αυτή μία τέτοια πολιτική. Όμως, για να καταλάβουμε πόσο σημαντική είναι η απόφαση για την Ευρώπη, αρκεί να παρατηρήσουμε ότι από το 2007 η ΕΤΕπ έχει χορηγήσει περισσότερα από 70 δισ. ευρώ σε ενεργειακά σχέδια κάθε είδους στην Ευρώπη, μόνο 18,5 δισ. εκ των οποίων κατευθύνθηκαν προς τη χρηματοδότηση ΑΠΕ και ενεργειακής απόδοσης.

Στην ίδια περίοδο τα χρήματα που δόθηκαν για μονάδες που καίνε ορυκτά καύσιμα -κυρίως φυσικό αέριο- ανέρχονται σε 19 δισ., είναι δηλαδή περισσότερα. Κανονικά από εδώ και πέρα αυτή η τάση θα αντιστραφεί, εφόσον βεβαίως δεν γίνει κατάχρηση των εξαιρέσεων που επιτράπηκαν για την ανάπτυξη φτωχότερων και ενεργειακά απομονωμένων περιοχών.

Αυτή η στρατηγική επενδυτική επιλογή με τη σειρά της θα στρέψει στο μέλλον την έρευνα, την κατάρτιση, τις ιδιωτικές επενδύσεις και τις υπηρεσίες τόσο προς τις ήπιες μορφές ενέργειας όσο και προς την περιβαλλοντική και ενεργειακή αναβάθμιση των δικτύων μεταφοράς και διανομής.

Η Ευρώπη, που θα παραμείνει ενεργειακά εξαρτημένη από τρίτες χώρες για πολύ καιρό ακόμη, μόνον όφελος θα έχει από αυτήν την πολιτική.