«ΜΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΜΟΣ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΗΣ»: Νομική αντιμετώπιση

Βαονάκης Ιωάννης

«ΜΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΜΟΣ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΗΣ»: Νομική αντιμετώπιση

Ολοένα και αυξάνονται οι οφειλέτες πιστωτικών ιδρυμάτων που λαμβάνουν επιστολή χαρακτηρισμού τους ως «Μη συνεργάσιμοι δανειολήπτες» από τις Τράπεζες, ενώ υπολογίζεται ότι μέχρι στιγμής οι δανειολήπτες που μέχρι σήμερα έχουν λάβει τέτοιου είδους επιστολή ξεπερνούν τις 300.000.

Ο χαρακτηρισμός αυτός λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο του Κώδικα Δεοντολογίας ν. 4224/2013 (Κώδικας Τραπεζικής Δεοντολογίας) και αποδίδεται από τις Τράπεζες κατά κανόνα είτε στην μη προσκόμιση από τον δανειολήπτη των οικονομικών στοιχείων και των τυχόν λοιπών δικαιολογητικών εγγράφων που του ζητήθηκαν ως αναγκαία με βάση τον Κώδικα Δεοντολογίας ως απαραίτητα για την εκπόνηση από την πλευρά της Τράπεζας και την υποβολή στον δανειολήπτη κατάλληλης Πρότασης λύσης ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης είτε στην μη παραλαβή ή μη αποδοχή της προτεινόμενης από την Τράπεζα πρόταση λύσης ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης ή την μη υποβολή της αναγκαίας αντιπρότασης.

Σε πολλές περιπτώσεις όμως παρατηρείται το φαινόμενο ο εν λόγω χαρακτηρισμός να λαμβάνει χώρα από σφάλμα του ίδιου του πιστωτικού ιδρύματος και να κοινοποιείται στον δανειολήπτη καίτοι ο τελευταίος μπορεί να είναι απολύτως συνεπής με τις προβλέψεις του Κώδικα Δεοντολογίας ν. 4224/2013.

Η νομική σημασία του ως άνω χαρακτηρισμού όμως είναι μεγάλη, καθώς μετά την επέλευσή του η Τράπεζα δύναται να καταγγείλει την δανειακή σύμβαση και να επιδιώξει την δικαστική διεκδίκηση της αξίωσής της (κατά κανόνα με έκδοση διαταγής πληρωμής) και στην συνέχεια να προβεί σε ενέργειες αναγκαστικής είσπραξης της φερόμενης ως απαίτησής της μέσα από την διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, με υπαρκτό τον κίνδυνο εκπλειστηριασμού της περιουσίας του οφειλέτη, ακόμα δε υπό προϋποθέσεις και της κύριας κατοικίας του.

Σε κάθε περίπτωση, μετά την παραλαβή της ειδοποίησης για τον ανωτέρω χαρακτηρισμό, ο δανειολήπτης έχει δικαίωμα να υποβάλλει τις αντιρρήσεις του κατά του χαρακτηρισμού αυτού με Ένσταση, η οποία θα πρέπει να είναι επαρκώς τεκμηριωμένη.

Στην Ένσταση θα πρέπει να περιγράφονται και να αποδεικνύονται οι πλημμέλειες ή τα σφάλματα στα οποία υπέπεσε το πιστωτικό ίδρυμα και οδήγησαν στον εσφαλμένο χαρακτηρισμό του δανειολήπτη ως μη συνεργάσιμου καθώς και κάθε άλλο γεγονός που μπορεί να θεμελιώσει την νόμιμη άρση του σχετικού χαρακτηρισμού.

Την Ένσταση ο δανειολήπτης θα πρέπει να την υποβάλλει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας που καθορίζεται από το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα ενώπιον της Επιτροπής Εξέτασης Ενστάσεων της ίδιας της Τράπεζας, η οποία αποφαίνεται σχετικά με την ορθή τήρηση ή μη των διαδικασιών του Κώδικα Δεοντολογίας ν. 4224/2013 από την Τράπεζα και την άρση ή μη του συγκεκριμένου χαρακτηρισμού με Απόφασή της, η οποία θα πρέπει να είναι έγγραφη, πλήρως αιτιολογημένη και να κοινοποιείται στον δανειολήπτη.

Σε περίπτωση αποδοχής της Ένστασης, ο χαρακτηρισμός του δανειολήπτη ως μη συνεργάσιμου αίρεται. Ωστόσο, δικαίωμα προσφυγής στην συγκεκριμένη διαδικασία της Ενστάσεως υφίσταται για τον δανειολήπτη μόνον μία φορά.

Περαιτέρω, με το ΦΕΚ Β’ 92/20.1.2015 καθιερώνεται αρμοδιότητα, σε μεσολαβητικό επίπεδο στο πλαίσιο του Κώδικα Δεοντολογίας, και του Συνηγόρου του Καταναλωτή. Λόγω του διαμεσολαβητικού ρόλου του Συνηγόρου του Καταναλωτή, η υποβολή αίτησης εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς σε αυτόν προϋποθέτει την έγγραφη διαπίστωση της αποτυχίας ρύθμισης της οφειλής στο πλαίσιο του Κώδικα Δεοντολογίας μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών. Η τρίμηνη προθεσμία για την προσφυγή στο Συνήγορο του Καταναλωτή αρχίζει, κατά περίπτωση, από:

α) την επί αποδείξει έγγραφη ενημέρωση του οφειλέτη από το δανειστή ότι κρίθηκε «μη συνεργάσιμος»,

β) την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας υπαγωγής στη Διαδικασία Εξέτασης Ενστάσεων(Δ.Ε.Ε.) του κεφαλαίου ΣΤ του Κώδικα Δεοντολογίας του Ν. 4224/2013 ή ολοκλήρωσης της Διαδικασίας αυτής.

γ) την κοινοποίηση στον οφειλέτη της απόφασης επί της ενστάσεως.