S&P 500: Μήπως πλησιάζει το τέλος της μακροπρόθεσμης ανόδου;

Κιουλάφας Κλεόβουλος

Αν υποθέσουμε ότι ο Αύγουστος θα κλείσει στη χρηματιστηριακή αγορά των ΗΠΑ στα τρέχοντα επίπεδα, θα είναι ο χειρότερος μήνας από τον Μάιο του 2012.

Ήδη ο S&P 500, ακόμα και μετά τη σημαντική χθεσινό άνοδο, έκλεισε 3,08% χαμηλότερα από το ιστορικό ενδοσυνεδριακό του ρεκόρ των 1.709,67 μονάδων, το οποίο σημειώθηκε στις 2 Αυγούστου, ενώ σε σχέση με το κλείσιμο του Ιουλίου, βρίσκεται 1,77% χαμηλότερα. Αυτά τα σημάδια κόπωσης φυσικά δημιουργούν το εξής ερώτημα: «μήπως πλησιάζει η ώρα για μια σημαντική μεσομακροπρόθεσμη διόρθωση στις Αμερικανικές μετοχές;»

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, θα δούμε πρώτα την αγορά από την πλευρά των βασικών θεμελιωδών μεγεθών και στη συνέχεια και από τη σκοπιά της Τεχνικής Ανάλυσης.

Το ιστορικό P/E του S&P 500 βρίσκεται αυτή τη στιγμή λίγο κάτω από το 19, τιμή η οποία σίγουρα δεν είναι πολύ υψηλή κοιτώντας τις τελευταίες δύο δεκαετίες, αφού στις δύο προηγούμενες κορυφές του, το καλοκαίρι του 2007 και στις αρχές του 2000 ήταν στο 18 και 29 αντίστοιχα.

Κοιτώντας όμως ακόμα πιο πίσω, επίπεδα άνω του 20 δεν διατηρούνται για πολύ και συνήθως συνδέονται με τοπικά υψηλά του δείκτη. Βέβαια αν θέλουμε να κάνουμε σύγκριση με την περίοδο εκείνη, πρέπει να ληφθούν υπόψιν οι διαφορές που έχουν επέλθει στα λογιστικά πρότυπα. Σε κάθε περίπτωση, το ιστορικό P/E του S&P 500 είναι μεν πάνω από τον ιστορικό μέσο όρο του, αλλά δεν μπορεί να θεωρηθεί επικίνδυνα υψηλό (χωρίς φυσικά να είναι και χαμηλό).

Παράλληλα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε κάθε μακροπρόθεσμο καθοδικό του κύκλου, ο S&P 500 έφτανε σε P/E της τάξεως του 5 με 8, τιμές που έχει να σημειώσει από το 1982. Η αντίδραση της Fed στις κρίσεις του 2000 και του 2008 με τη παροχή ρευστότητας στην αγορά έχουν αποτρέψει αυτή την εξέλιξη, κι έτσι το ελάχιστο P/E του S&P 500 από το 2000 είναι 13,5 τον Σεπτέμβριο του 2011, και πολλοί αναλυτές πιστεύουν ότι η αγορά “χρωστάει” μία τέτοια διόρθωση του P/E με την πολιτική της Fed απλώς την καθυστερεί, μεγεθύνοντας τις επιπτώσεις της όταν επέλθει. Όμως η διόρθωση αυτή δεν είναι αναγκαίο να επέλθει αποκλειστικά με πτώση των τιμών. Μπορεί να επέλθει και με μία παρατεταμένη πλάγια κίνηση της αγοράς, μέχρι τα εταιρικά κέρδη να ανέλθουν επαρκώς.

Ταυτόχρονα, ένας σημαντικός παράγοντας ανησυχίας είναι ότι το συνολικό χρέος των λογαριασμών με περιθώριο ασφάλειας είναι πλέον στα 385 δις δολάρια, το μεγαλύτερο ποσό που έχει καταγραφεί από το 1953 που το NYSE τηρεί σχετικά στοιχεία. Την ίδια στιγμή, η καθαρή θέση των επενδυτών αυτών είναι στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2000: μόλις 106 δις δολάρια.

Στα στοιχεία αυτά στηρίχθηκε η Deutsche Bank σε πρόσφατη έρευνά της, που τα θεωρεί ικανό σημάδι ανησυχίας, καθώς δείχνουν ότι μια μικρή σχετικά διόρθωση μπορεί να μετατραπεί στη συνέχεια σε μεγάλη πτώση, καθώς δανεισμένοι επενδυτές θα καλούνται να καλύψουν τα περιθώρια ασφάλειας και να πουλούν μαζικά μετοχές με ζημιές. Βρίσκει δε δυσοίωνες ομοιότητες ανάμεσα στην τρέχουσα διόγκωση του χρέους σε λογαριασμούς περιθωρίου, τόσο στην φούσκα και κατάρρευση των τεχνολογικών μετοχών το 1999-2000, όσο και στην οικονομική κρίση του 2007-2008.

Κοιτώντας λίγο πιο βραχυπρόθεσμα, θα πρέπει να τονίσουμε την αβεβαιότητα που ακόμα υπάρχει στην αγορά σχετικά με το μέλλον της ποσοτικής χαλάρωσης. Με βάση τις μέχρι τώρα ενδείξεις είναι πολύ πιθανή η λήψη αποφάσεως για την σταδιακή μείωσή της στην επόμενη συνάντηση της FOMC (17 & 18 Σεπτεμβρίου). Παρά το γεγονός ότι η Fed διαβεβαιώνει σε όλους τους τόνους ότι θα εξακολουθήσει να ακολουθεί “εποικοδομητική” νομισματική πολιτική, και μολονότι το τέλος της ποσοτικής χαλάρωσης είναι θεμελιωδώς ένα καλό νέο, αφού θα σηματοδοτήσει την οριστική μετάβαση της Αμερικανικής οικονομίας σε φάση δυναμικής ανάπτυξης, η ζήτηση για τα προϊόντα που αγοράζει η Fed μειώνεται σημαντικά.

Πέρα από τις μακροχρόνιες συνέπειες που έχουμε εξετάσει παλαιότερα, άμεση συνέπεια είναι η αύξηση των επιτοκίων των ομολόγων, που από το πολλών δεκαετιών ελάχιστο του 1,63% για το δεκαετές ομόλογο του Αμερικανικού Δημοσίου στις αρχές Μαΐου είναι ήδη στο 2,88% (υψηλό διετίας). Το γεγονός ότι δεν ανέκαμψαν σημαντικά οι τιμές των ομολόγων τον Ιούλιο και πλέον καταγράφουν νέα χαμηλά δημιουργεί ανησυχίες ότι μπαίνουμε σταδιακά σε μακροπρόθεσμο ανοδικό κύκλο των επιτοκίων των ομολόγων.

Η εξέλιξη αυτή, αφενός δημιουργεί ανταγωνισμό και σημαντικές πιέσεις στις μετοχές που χαρακτηρίζονται κυρίως από την μερισματική τους απόδοση (όπως οι κοινής ωφελείας, οι τηλεπικοινωνιών και οι περισσότερες φαρμακευτικές), αφ ετέρου πιέζει ανοδικά τα επιτόκια δανεισμού όλων των επιχειρήσεων, γεγονός που αργά ή γρήγορα θα αρχίσει να αποτυπώνεται και στα κέρδη τους (εφόσον φυσικά παραμείνουν σε αυτά τα επίπεδα τα επιτόκια).

Για να δούμε και από μακροπρόθεσμη τεχνική σκοπιά την αγορά, ακολουθεί ένα εβδομαδιαίο διάγραμμα του S&P 500 με τον ΚΜΟ των 120 εβδομάδων από το 1970 σε λογαριθμική κλίμακα (ίσες κάθετες αποστάσεις στο διάγραμμα, αντιπροσωπεύουν ίσες ποσοστιαίες μεταβολές).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Είναι εμφανές ότι ο S&P 500 έχει διασπάσει ανοδικά την οριζόντια αντίσταση που ορίζουν τα προηγούμενα δύο υψηλά, αποκλίνει όμως αρκετά αυτή την στιγμή από τον ΚΜΟ του, γεγονός που αυξάνει και τις πιθανότητες να ακολουθήσει είτε «σημαντική διόρθωση» ή «πλάγια κίνηση» μεγάλης διαρκείας.

Ταυτόχρονα, ο δείκτης μεταβλητότητας VIX παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, όντας συνεχώς κάτω από το 15 από τον Ιούλιο. Μολονότι ιστορικά έχει παραμείνει σε τέτοια επίπεδα για μεγάλα χρονικά διαστήματα, όπως από τον Σεπτέμβριο του 2006 έως τα μέσα Φεβρουαρίου του 2007, που ήταν συνεχώς κάτω από το 14, η παραμονή του σε τέτοια χαμηλά επίπεδα θα πρέπει να θεωρείται επικίνδυνο σημάδι εφησυχασμού των συμμετεχόντων στην αγορά και να θέτει εμάς σε εγρήγορση.

Συνοψίζοντας, πρέπει να σημειώσουμε ότι τα θεμελιώδη και μακροπρόθεσμα τεχνικά στοιχεία που πρέπει να μας θέτουν σε ετοιμότητα για σημαντική πτώση του S&P 500 κάθε άλλο παρά αμελητέα είναι. Το πότε όμως θα ξεκινήσει και το εάν θα πρόκειται για μία βραχυχρόνια σχετικά διόρθωση ή για την αρχή ενός καθοδικού κύκλου θα μας αποκαλυφθεί σταδιακά και με κύριο εργαλείο την πιο βραχυπρόθεσμη τεχνική ανάλυση, που προηγείται των εξελίξεων, αφού λαμβάνει ενδείξεις από διαγράμματα μικρότερης χρονικής περιόδου, όπως αυτά του 60-λεπτου που παρακολουθούμε καθημερινά και τα οποία άλλωστε δημοσιεύουμε ή αποστέλλουμε σε κρίσιμα σημεία υπεραγοράς/υπερπώλησης.