Πού πάμε… ξυπόλητοι στις αγορές;

Κούρταλη Ελευθερία

Πού πάμε… ξυπόλητοι στις αγορές;

«Η επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές θα είναι σαν να δίνεις σε αλκοολικό ένα μπουκάλι ούζο», έγραφαν οι Financial Times για το ενδεχόμενο επιστροφής της Ελλάδας στις αγορές το  2014. Τότε οι αγορές κέρασαν την Ελλάδα δύο φορές, και η δεύτερη κατέληξε σε... τοίχο.

Το σχέδιο για έξοδο στις αγορές εντός του 2017, το οποίο συγκεκριμενοποίησε με περισσότερες λεπτομέρειες το Reuters αυτήν την εβδομάδα, εκτός του ότι το έχει αναφέρει τόσο ο Αλέξης Τσίπρας όσο και ο κυβερνητικός  εκπρόσωπος καθώς και άλλοι υπουργοί, αναφέρεται ρητά και στο νέο Μεσοπρόθεσμο  2018 – 2021.

Την περασμένη εβδομάδα η απόδοση του ελληνικού 10ετούς επέστρεψε στα επίπεδα που διαμορφωνόταν το κόστος δανεισμού τον Ιανουάριο του 2010, με το yield στο 10ετές να διαμορφώνεται κοντά στο 5,6%, όταν τον Απρίλιο του 2014, στην πρώτη επιχείρηση εξόδου της Ελλάδας στις αγορές μετά από 4 χρόνια αποκλεισμού, όπου προέβη στην πώληση 5ετούς ομολόγου με κουπόνι 4,75% ύψους 3 δισ. ευρώ, η απόδοση των 10ετών ελληνικών ομολόγων διαμορφωνόταν στο 5,9%. 

Από τα τέλη της περασμένης εβδομάδας όμως, το ράλι έχει ουσιαστικά φρενάρει. Αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Οι επενδυτές δεν είδαν με καλύτερο μάτι τα ελληνικά ομόλογα επειδή βλέπουν την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές. Οι επενδυτές επικεντρώνονται στο ότι η τεχνική συμφωνία που ανοίγει τον δρόμο το κλείσιμο της β’ αξιολόγησης σύντομα και της εκταμίευσης της δόσης εν όψει της αποπληρωμής που έχει να καταβάλει η Ελλάδα τον Ιούλιο, εκμηδενίζει τις πιθανότητες ενός ελληνικού ατυχήματος.

Οι αλλεπάλληλες δηλώσεις και αναφορές περί εξόδου στις αγορές, οι οποίες εντάθηκαν την τελευταία εβδομάδα, με αποκορύφωμα το δημοσίευμα του Reuters ότι η Ελλάδα εξετάζει το ενδεχόμενο ανταλλαγής (swap) του 5ετούς ομολόγου που εκδόθηκε το 2014 με ένα νέο 5ετές ομόλογο,  φαίνεται πως έβαλαν στοπ στο ράλι, καθώς πλέον οι επενδυτές ζυγίζουν το μεγάλο ρίσκο που ενέχει η έξοδο στις αγορές.

Προφανώς θυμούνται το 2014 και το στραβοπάτημα της δεύτερης εξόδου της Ελλάδας το καλοκαίρι όταν η χρεοκοπία της Banco Espirito Santo στην Πορτογαλία προκάλεσε μεγάλη αναταραχή στις αγορές αλλά και εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις.

Επίσης βλέπουν πως σε καμία περίπτωση η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας δεν δείχνει μία χώρα «έτοιμη» να βγει στις αγορές και μάλιστα με ακριβά επιτόκια άνω του 5% την στιγμή που τα επιτόκια δανεισμού στο πρόγραμμα διάσωσης διαμορφώνονται στο ένα πέμπτο αυτού του επιπέδου.

Το γεγονός ότι τα στοιχεία του α’ τριμήνου δείχνουν ότι η ύφεση επιμένει και υποδηλώνει ότι ο υψηλός στόχος της ανάπτυξης για φέτος – ο οποίος έχει υποβαθμιστεί στο 1,8% από το ΥΠΟΙΚ – είναι αδύνατο να επιτευχθεί, δεν απεικονίζουν μία χώρα η οποία έχει επιστρέψει στην κανονικότητα.

Προφανώς μία έστω και δοκιμαστική έξοδος, σε περίπτωση που αποδειχθεί επιτυχής και έχει ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον από το εξωτερικό, θα δώσει ένα σήμα- κυρίως πολιτικό- ότι υπάρχει ένα φως στο τέλος του τούνελ. Ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν θα βγάλει τη χώρα από την κρίση και από το μνημόνιο, το οποίο λήγει το 2018 αλλά ακολουθείται από πολλά έτη επιτροπείας, αφού τα μέτρα που ψηφίζονται στη Βουλή αφορούν το διάστημα έως και το 2021 τουλάχιστον. Βεβαίως, ας μην ξεχνάμε πως με αυτή την κίνηση η ελληνική κυβέρνηση θα πάρει στα χέρια της ένα successstory μετά από την βόμβα του 4ου μνημονίου που υπέγραψε.

Το ταξίδι του Τσίπρα στο Πεκίνο αλλά και η πρόσληψη της Rothschild με την υπόσχεση ενός παχυλού bonus σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας στις αγορές, το οποίο εκτοξεύει τον… μισθό της από τα 200.000 ευρώ στα 3,2 εκατ. ευρώ, ίσως και να έχουν διαβεβαιώσει την κυβέρνηση για το επενδυτικό ενδιαφέρον που θα υπάρξει όταν γίνει η έκδοση. 

Άλλα και για να φτάσει στο σημείο να μπορεί η Ελλάδα να βγει στις αγορές, θα πρέπει να έχει προηγηθεί συμφωνία για τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους καθώς και η απόφαση της ΕΚΤ για ένα ένταξη στο QE. Κανένας δεν θα ενδιαφερθεί να αγοράσει ελληνικά ομόλογα εάν δεν είναι βέβαιος ότι θα υπάρξει κάποιος αγοραστής για αυτά αργότερα, δηλαδή η ΕΚΤ.

Ωστόσο, αν τα μέτρα για το χρέος δεν είναι ξεκάθαρα, ή η συμμετοχή του ΔΝΤ δεν είναι πλήρης, τότε το QE είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί. Όλα λοιπόν είναι ακόμη ανοιχτά και αβέβαια, και η ελληνική κυβέρνηση διαρρέει τα σχέδια περί εξόδου στις αγορές.

Όπως σημειώνει και η Citigroup, ενώ οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν πλέον επανέλθει στα επίπεδα που ήταν όταν η Ελλάδα είχε βγει στις αγορές, πρόσθετες δεσμεύσεις για την ελάφρυνση του χρέους καθώς και η ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο QE είναι δύσκολο να επιτευχθούν στο άμεσο μέλλον, καθιστώντας την έκδοση ομολόγων τον Ιούλιο αρκετά δύσκολη. H αμερικάνικη τράπεζα αμφιβάλλει ότι οποιεσδήποτε σημαντικές λεπτομέρειες σχετικά με την ελάφρυνση του χρέους θα συμφωνηθούν πριν από τις γερμανικές εκλογές (24 Σεπτεμβρίου) και, πιθανώς, και πριν από το τέλος του προγράμματος διάσωσης το καλοκαίρι του 2018.

Και κανείς δεν έχει σκεφτεί την… άποψη των δανειστών περί αυτού. Μπορεί ο ESM να δηλώνει ότι πως αν η Ελλάδα συνεχίσει να εφαρμόζει τις μεταρρυθμίσεις όπως έχει δεσμευτεί,  μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στις αγορές πολύ πριν το τέλος του προγράμματος που αναμένεται στο μέσον της επόμενης χρονιάς, ωστόσο σίγουρα κανείς δεν μιλά για αυτό το καλοκαίρι. 

Η επιστροφή της Αθήνας στον δανεισμό από τους διεθνείς επενδυτές θα μπορούσε να αποδειχθεί προάγγελος νέων… προβλημάτων. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η ελληνική κυβέρνηση να… παραστρατήσει από τον δρόμο της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων. Ας μην ξεχνάμε και την κατρακύλα που έχει δει στα ποσοστά του ο ΣΥΡΙΖΑ, εν όψει και των εκλογών που πλησιάζουν…

Εκτός αυτού, έχει ενδιαφέρον να θυμίσουμε και τι έλεγε ο ΣΥΡΙΖΑ στις αρχές του Απριλίου του 2014, πριν την έξοδο  στις αγορές της κυβέρνησης Σαμαρά. Ο Αλέξης Τσίπρας δήλωνε ότι η έξοδος στις αγορές είναι «στημένη και ακριβή», τονίζοντας κάθε τέτοια διαδικασία είναι ούτως ή άλλως προσυμφωνημένη, όποια οικονομία και αν δανείζεται.

Ο τότε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, Δ. Παπαδημούλης, είχε τονίσει μάλιστα ότι η έξοδος στις αγορές «θα αυξήσει το δημόσιο χρέος», υπογραμμίζοντας το «αλμυρό επιτόκιο»: «Δανείζονται με 5%, αντί το ισχύον (της δανειακής σύμβασης!) 1,5%, αυξάνοντας το δημόσιο χρέος. ΝΔ - ΠΑΣΟΚ κάνουν την πιο ακριβή εκλογική καμπάνια με δημόσιο χρήμα».