Αγορές και αξιολογήσεις στο επίκεντρο: Ο Μάρτιος κρίνει το επόμενο βήμα της ελληνικής οικονομίας


Η επιτυχημένη πρώτη έξοδος της Ελλάδας στις αγορές για το 2026 δεν αποτέλεσε απλώς ένα ακόμη τεχνικό βήμα χρηματοδότησης, αλλά μια καθαρή ψήφο εμπιστοσύνης προς τη δημοσιονομική πορεία της χώρας.
Μετά την άντληση 4 δισ. ευρώ μέσω του 10ετούς ομολόγου και προσφορές που ξεπέρασαν τα 51 δισ. ευρώ, το ενδιαφέρον των αγορών μεταφέρεται πλέον στον κύκλο αξιολογήσεων της πιστοληπτικής ικανότητας, που ξεκινά τον Μάρτιο και ολοκληρώνεται την άνοιξη.
Το επόμενο δίμηνο αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς Moody’s, DBRS και Scope Ratings θα ανοίξουν τον κύκλο των ετυμηγοριών τους, με τον γερμανικό οίκο Scope να θεωρείται ο πλέον πιθανός για μια νέα αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας. Μια τέτοια εξέλιξη θα φέρει τη χώρα, για πρώτη φορά μετά την κρίση χρέους, ένα βήμα πριν την αξιολόγηση “Α”, ενισχύοντας περαιτέρω το επενδυτικό αφήγημα.
Η Scope ήδη κατατάσσει την Ελλάδα στη βαθμίδα BBB με θετικές προοπτικές, γεγονός που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αναβάθμισης σε BBB+, είτε στην εαρινή αξιολόγηση είτε –πιο συντηρητικά– στη δεύτερη αξιολόγηση του Σεπτεμβρίου. Υπενθυμίζεται ότι ο ίδιος οίκος ήταν ο πρώτος που επανέφερε τη χώρα στην επενδυτική βαθμίδα το 2023, αλλά και ο πρώτος που την αναβάθμισε εντός αυτής.
Σήμερα, S&P, Fitch και DBRS αξιολογούν την Ελλάδα με BBB και σταθερές προοπτικές, ενώ η Moody’s διατηρεί τη χώρα στο BBB-, ένα σκαλοπάτι χαμηλότερα. Οι τελικές αξιολογήσεις μέχρι τον Μάιο –με την προσθήκη της S&P τον Απρίλιο και της Fitch τον Μάιο– θα καθορίσουν το κλίμα στις αγορές για το δεύτερο εξάμηνο του έτους.
Τρεις παράγοντες βρίσκονται στο επίκεντρο των αποφάσεων των οίκων αξιολόγησης: ανάπτυξη, δημοσιονομικό αποτέλεσμα και δημόσιο χρέος.
Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να καταγράφει ρυθμούς ανάπτυξης άνω του 2%, με τις προβλέψεις για το 2026 να κινούνται στο 2,4%, αισθητά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Παράλληλα, το πρωτογενές πλεόνασμα ξεπέρασε για ακόμη μία χρονιά τις προβλέψεις, φτάνοντας το 3,7% του ΑΕΠ το 2025, ενώ για το 2026 εκτιμάται στο 2,8%, με ανοδικά περιθώρια.
Ιδιαίτερα καθοριστική είναι η επιτάχυνση της μείωσης του δημόσιου χρέους, το οποίο αναμένεται να υποχωρήσει από το 145,9% του ΑΕΠ το 2025 στο 138,2% το 2026, με στόχο να βρεθεί κάτω από το 120% του ΑΕΠ τα επόμενα χρόνια. Κομβικό ρόλο παίζουν οι πρόωρες αποπληρωμές, με το οικονομικό επιτελείο να έχει προγραμματίσει εξοφλήσεις 8,8 δισ. ευρώ εντός του 2026.
Παρά τις επισημάνσεις των οίκων για αδυναμίες –όπως το ισοζύγιο πληρωμών και την ανάγκη ενίσχυσης των επενδύσεων– η συνολική εικόνα της οικονομίας εκπέμπει σταθερότητα και συνέπεια. Αυτό ακριβώς αποτυπώθηκε και στην πρόσφατη έκδοση του 10ετούς, όπου με μία μόνο κίνηση καλύφθηκε το μισό ετήσιο δανειακό πρόγραμμα της χώρας.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό του ΟΔΔΗΧ, το πρώτο εξάμηνο του 2026 θα συνεχιστεί με τρεις επανεκδόσεις ομολόγων, τον Φεβρουάριο, τον Απρίλιο και τον Ιούνιο, διατηρώντας την Ελλάδα ενεργή και προβλέψιμη στις αγορές.
Το επόμενο τρίμηνο, λοιπόν, δεν αφορά απλώς τεχνικές αξιολογήσεις. Αφορά το αν και πότε η Ελλάδα θα κλειδώσει οριστικά το επόμενο επίπεδο αξιοπιστίας, εδραιώνοντας τη θέση της ως κανονική ευρωπαϊκή οικονομία, με πρόσβαση, κόστος και προοπτικές αντάξιες της νέας εποχής.
Με πληροφορίες από ΑΠΕ/ΜΠΕ
Facebook Comments