Ο Τάκης, πριν κάμποσα χρόνια, έπαθε ένα τρομερό δυστύχημα. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ίδιος με υπερβολική ταχύτητα, πάνω από το όριο του κατασκευαστή του όπως είπαν οι εμπειρογνώμονες τότε, ξέφυγε από την πορεία του και καρφώθηκε πάνω στα προστατευτικά διαζώματα. Το αυτοκίνητο διαλύθηκε κυριολεκτικά, ο Τάκης, σαν από θαύμα, βγήκε μεν ζωντανός αλλά πολυτραυματίας.

Δεν φορούσε ζώνη ο Τάκης, ποτέ δεν φορούσε. Πίστευε ότι ήταν άτρωτος, είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του, δεν άκουγε κανένα. Ζούσε στα όριά του, για χρόνια. Η τύχη όμως ήταν με το μέρος του, τη γλύτωσε. Σε κακά χάλια μεν αλλά ζούσε.

Πέρασε πολύ καιρό στο νοσοκομείο. Στην εντατική αρχικά, έπρεπε να σταθεροποιηθεί η κατάστασή του, να βγει από το κώμα. Όλων των ειδών οι αγωγές δοκιμάστηκαν πάνω του, υπήρχαν ζωτικά όργανα του Τάκη που είχαν πάθει ζημιά από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και έπρεπε να αποκατασταθεί η λειτουργία τους. Πολύ ισχυρά φάρμακα, άλλοτε με κάποιο αποτέλεσμα και άλλοτε όχι. Συνεχής καταστολή και μηχανική υποστήριξη για να μην ταλαιπωρεί τον οργανισμό του, παυσίπονα που έπαιρναν παροδικά τον πόνο, ο Τάκης όμως πονούσε πολύ. Όσο μπορούσε να καταλάβει – γιατί δεν καταλάβαινε και πολλά μέσα στην εντατική – ο Τάκης θεωρούσε ότι δεν τα χρειαζόταν, ότι μόνος του, με τη γερή του κράση και την καλή του τύχη που πάντα τον συνόδευε, θα τα κατάφερνε να σηκωθεί όρθιος και γρήγορα.

Μετά την εντατική, έχοντας ξεπεράσει τον κίνδυνο για τη ζωή του, άρχισαν τα χειρουργεία. Απανωτά. Δυό πόδια σμπαράλια, διαλυμένος θώρακας. Κάθε χειρουργείο ώρες ατελείωτες. Με ολόκληρο team γιατρών από πάνω του, κάποιοι είχαν έρθει από το εξωτερικό γιατί η περίπτωση του Τάκη ήταν μοναδική, όλοι ήθελαν να ζήσουν αυτή την εμπειρία, να μάθουν, να δοκιμάσουν τις νέες μεθόδους της ιατρικής, αφού όλοι συμφωνούσαν ότι οι γνωστές συμβατικές μέθοδοι δεν θα έλυναν το πρόβλημα του Τάκη.

Μετά από κάθε χειρουργείο άρχιζε η επίπονη και μακρά περίοδος της παρακολούθησης της πορείας του, οι γιατροί αξιολογούσαν την κλινική κατάσταση του Τάκη κάθε εβδομάδα. Οι βοηθοί, όσων ήταν από το εξωτερικό, είχαν εγκατασταθεί εδώ μόνιμα και οι ίδιοι έρχονταν ανά 2-3 εβδομάδες για να συσκεφτούν, να εκτιμήσουν την πορεία και να συμφωνήσουν το επόμενο βήμα.

Ο Τάκης αρχικά αντιδρούσε, φώναζε, έβριζε δεν συνεργαζόταν. Μια φορά μάλιστα απείλησε ότι θα τα παρατήσει όλα και θα σηκωθεί να φύγει από το νοσοκομείο. Έτσι χάλια όπως ήταν. «Καλύτερα σακάτης αλλά να έχω τον έλεγχο του εαυτού μου, παρά στα δικά σας χέρια να παίζετε με τη ζωή μου», τους είπε μια φορά. Μετά όμως το ξανασκέφτηκε, αποφάσισε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να συνεργαστεί με τους γιατρούς, έσκυψε το κεφάλι και αφέθηκε στην φροντίδα και τις οδηγίες των γιατρών. Και τους εντυπωσίασε με το στροφή του. Όχι μόνο τους άκουγε αλλά έκανε και παραπάνω προσπάθειες από όσες του ζητούσαν. Οι γιατροί δεν μπορούσαν να το πιστέψουν, ο Τάκης είχε γίνει ο καλύτερος ασθενής τους, όλοι τον επιβράβευαν και του ζητούσαν να συνεχίσει έτσι, με θέληση, με πίστη και του υπόσχονταν ότι σε λίγο καιρό θα έχουν τελειώσει τα βάσανά του. Ότι μόνος του πια θα μπορούσε να ζήσει κανονικά χωρίς να έχει ανάγκη από τις υπηρεσίες τους. Κι όσο αυτοί έσπρωχναν τον Τάκη στο επόμενο στάδιο της θεραπείας, τόσο ο ίδιος ο Τάκης έσπρωχνε τον εαυτό του, έτσι συνήθισε, δεν έβλεπε την ώρα να τελειώνει.

Κάποια στιγμή τελείωσαν τα χειρουργεία, όλα είχαν γίνει όπως ήθελαν οι γιατροί. Μαζεύτηκαν ένα απόγευμα μαζί με το Τάκη για να συζητήσουν μαζί του την επόμενη φάση, της αποκατάστασης. Και το λόγο έλαβε ο γιατρός που ήταν από την αρχή μαζί του. Του Τάκη δεν του άρεσε αυτός ο γιατρός. Γιατί, όπως από την αρχή είχε καταλάβει, αυτόν δεν μπορούσε να τον φέρει στα δικά του νερά, ούτε για λίγο. Ήταν έμπειρος, είχε μελετήσει την κατάσταση του Τάκη από την πρώτη μέρα με κάθε λεπτομέρεια, είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του και ήταν πάντα ευθύς και ειλικρινής.

«Τάκη», του λέει ο γιατρός, «ό,τι ήταν να κάνουμε το κάναμε, ό,τι δυνατότητες μας προσφέρει η ιατρική τις αξιοποιήσαμε για να σε φέρουμε σ’ αυτή την κατάσταση που είσαι σήμερα. Όμως Τάκη, είσαι ακόμα αδύναμος και εξαιρετικά ευάλωτος. Κάθε σου βήμα πρέπει να γίνεται με εξαιρετική προσοχή. Έκανες ήδη μερικά μικρά βήματα και μπράβο σου, είναι πολύ θετικό αυτό, είναι όμως απλά μια ένδειξη ότι πας καλύτερα, μη ξεγελιέσαι η πλήρης αποκατάσταση χρειάζεται χρόνο, υπομονή. Θέλω να είσαι πολύ συντηρητικός, να κάνεις ένα βήμα τη φορά. Μη βιάζεσαι, θα έρθει η ώρα που θα τρέξεις, αλλά αυτή θα αργήσει. Θα πάρεις στην αρχή ένα Π για να σε βοηθήσει να συνηθίσεις να περπατάς μόνος σου, μια προληπτική στήριξη θα είναι για σένα. Μετά θα αφήσεις το Π θα έχεις για λίγο διάστημα τις πατερίτσες, μετά τη μία μόνο και έτσι σιγά – σιγά θα συνηθίσεις να περπατάς με ασφάλεια, θα αποκτήσεις εμπιστοσύνη ο ίδιος για τον εαυτό σου αλλά θα κερδίσεις και τη δική μας για να μην χρειαστεί να ξανα-ασχοληθούμε μαζί σου. Εντάξει Τάκη;»

Ποιος είδε το Θεό και δεν φοβήθηκε, ο Τάκης έγινε έξαλλος. Ξέχασε μεμιάς την ευγένειά του και το πνεύμα συνεργασίας που είχε επιδείξει όλο το τελευταίο διάστημα και είχε εκπλήξει θετικά τους γιατρούς του, σηκώθηκε – με δυσκολία – από την καρέκλα του και άρχισε να τα βάζει με το γιατρό του. Τι αποτυχημένο τον είπε, τι σκιντζή, τι γιαλαντζή τον αποκάλεσε, έβαλε και το σόι του όλο να φωνάζει στο γιατρό. «Εγώ γιατρέ την ημέρα που θα βγω από εδώ, θα πάω κατ’ ευθείαν να παίξω μπάλα, ούτε Π ούτε πατερίτσες χρειάζομαι, θα βγω και θα στέκομαι στα δικά μου πόδια τόσο γερά που κανενός τη βοήθεια δεν θα έχω ανάγκη, ενώ εσύ θέλεις να με κρατήσεις όμηρο της ιατρικής σου για πάντα».

Σε λίγο όλη η οικογένεια εν χορώ, τάχε βάλει με το γιατρό. Ναι. Αυτόν που ήταν δίπλα στο Τάκη από την πρώτη στιγμή, από πάνω του σε όλα τα χειρουργεία, να αναλαμβάνει τις πιο λεπτές επεμβάσεις, να κατευθύνει τους υπόλοιπους. Ένας μάλιστα, ο πιο θερμός της οικογένειας, σε έξαλλη κατάσταση άρχισε να φωνάζει: «Θάνατος στο γιατρό, Τάκη είμαστε εμείς μαζί σου, δεν τον έχουμε ανάγκη τον αποτυχημένο, αγνόησέ τον, εμείς θα σε σηκώσουμε στα χέρια και θα βγεις από εδώ γερός και δυνατός για να πάμε μαζί όπου εμείς θέλουμε, όχι εκεί που μας λένε οι γιατροί τόσα χρόνια τώρα».

Ο γιατρός άνοιξε με αργές και ψύχραιμες κινήσεις το μπλοκάκι του και άρχισε να σημειώνει για να συμπληρώσει το ιατρικό δελτίο. Είχε πολλές φορές αντιμετωπίσει τέτοιες αντιδράσεις, ήταν ψημένος. Ήξερε ότι είχε δίκιο για την αποκατάσταση της υγείας του Τάκη. Θα τους άφηνε να ξεσπάσουν για λίγο πάνω του, για ακόμα μια φορά, και ήταν σίγουρος ότι όταν θα περνούσε και αυτή η μπόρα, οι συμβουλές του θα εισακούονταν και πάλι.

Βγήκε από το δωμάτιο. Χαμογέλασε και ευχήθηκε σε όλους μια Καλή Χρονιά.

 

Αστός Πολίτης

Facebook Comments