Ακόμη επτά νέες ταινίες έρχονται να προστεθούν αυτή την εβδομάδα στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Απ’ αυτές, ξεχωρίζουν το θρίλερ «Inside» του Βασίλη Κατσούπη, με τον Γουίλεμ Νταφόε, το τελευταίο δράμα του Τζαφάρ Παναχί «Δεν Υπάρχουν Αρκούδες» και η γαλλική σάτιρα «Η Εξαφάνιση του Προέδρου». Επίσης, προβάλλεται για τους φανατικούς του είδους η ταινία τρόμου «Scream VI».

   Inside

   (“Inside”) Δραματικό θρίλερ, ελληνικής και διεθνούς συμπαραγωγής του 2022, σε σκηνοθεσία Βασίλη Κατσούπη, με τους Γουίλεμ Νταφόε, Ελίζα Στούικ, Τζιν Μπέργουτς κα.

   Μία τολμηρή σε σύλληψη ιδέα πολλές φορές δεν αρκεί στο σινεμά. Ο Βασίλης Κατσούπης, στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, φαίνεται να το γνωρίζει πολύ καλά αυτό, εν αντιθέσει με πολλούς συναδέλφους του και ειδικά στην Ελλάδα και γι’ αυτό είναι φανερό ότι «ιδρώνει τη φανέλα» για να πάει παρακάτω, να αξιοποιήσει το εμπνευσμένο σενάριο του Μπεν Χόπκινς, να μιλήσει για πολλά, αλλά ταυτόχρονα να μιλήσει με την εικόνα, να προσφέρει μια φρέσκια σκηνοθετική ματιά.

   Το ψυχολογικό θρίλερ του Κατσούπη, που προβλήθηκε στο Φεστιβάλ του Βερολίνου, είναι ένα αρκετά δύσκολο σχέδιο, που θέλει πολύ δουλειά και ταλέντο για να ολοκληρωθεί. Έχοντας μόνο έναν ηθοποιό, αλλά τι ηθοποιό, όταν μιλάμε για τον Νταφόε κι ένα σκηνικό, αυτό του πολυτελούς υπερσύγχρονου διαμερίσματος, που εγκλωβίζεται ο ήρωας της ταινίας, τότε χρειάζεται να δουλέψουν όλα στην εντέλεια για να πετύχει το απαιτητικό φιλμ.

   Ένας ληστής έργων τέχνης εισβάλει σε ένα μοντέρνο πολυτελές ρετιρέ στο Μανχάταν για να κλέψει πίνακες τεράστιας αξίας. Ο ιδιοκτήτης, συλλέκτης έργων τέχνης, δεν ζει εκεί, παρά μόνο όταν βρίσκεται σπανίως στη Νέα Υόρκη. Η δουλειά φαντάζει εύκολη. Μόνο που όλα θα ανατραπούν όταν το σύστημα συναγερμού θα κλειδώσει τον ληστή μέσα στο σπίτι και μάλιστα κόβοντας την παροχή νερού, το τηλέφωνο, ενώ ταυτόχρονα ο θερμοστάτης θα κάνει το σπίτι έναν πραγματικό φούρνο. Έτσι, ο ληστής θα βρεθεί φυλακισμένος μέσα σε ένα πραγματικά χρυσό κλουβί ή καλύτερα φουρνάκι, απέναντι στα έργα τέχνης τα οποία θαυμάζει, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του και τις απόψεις του για τη ζωή και την τέχνη.

   Ο ήρωάς του εγκλωβίζεται σε έναν εφιάλτη, αλλά η έμπνευση τού Κατσούπη δείχνει να απελευθερώνεται σκηνοθετικά, προσφέροντας αφενός ένα ψυχολογικό θρίλερ επιβίωσης και αφετέρου να δημιουργεί μια αλληγορία για την φιλαυτία των καλλιτεχνών, την εποχή της πανδημίας, με τις πρωτόγνωρες στερήσεις της ελευθερίας και παράλληλα να σατιρίσει πανούργα τον καπιταλισμό, καθώς το υπερπολυτελές ρετιρέ είναι εντελώς άχρηστο, τα πανάκριβα καλούδια του δεν χρησιμεύουν σε τίποτα.

   Ο Κατσούπης, ακολουθώντας πιστά το πνεύμα του σεναριογράφου Χόπκινς, δεν γλιστράει ούτε στιγμή προς τις συνηθισμένες ευκολίες, τα ευκολοχώνευτα κλισέ, ακόμη και όταν πρέπει να αντιμετωπίσει την ανυπαρξία διαλόγων ή ακόμη και όταν δεν χρησιμοποιεί τις σκέψεις του ληστή, για επεξηγήσεις – ένα θανάσιμο αμάρτημα στο σινεμά. Όλα αυτά θα καλυφθούν από την ευρηματικότητά του, με την ζωντάνια της κίνησης της κάμερας, την υπέροχη φωτογραφία, που αναδεικνύει την αντίθεση της αγωνίας του ληστή με τη νεκρή φύση, με τους περίτεχνους φωτισμούς που παραπέμπουν στο ύφος των ταινιών τρόμου, ενώ θα αποφύγει και τη θεατρικότητα που δημιουργεί το σκηνικό.

   Αν είχε και την εμπειρία να αποφύγει τις παγίδες του σεναρίου, που ίσως ήθελαν ένα δέσιμο κλασικής αφήγησης με τη φρέσκια ματιά του Έλληνα σκηνοθέτη και περιόριζε ορισμένες υπερβολές, αλλά και την αρχική αμηχανία για το ύφος της ταινίας, ίσως να είχαμε μπροστά μας μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Ωστόσο, τέτοιο ελπιδοφόρο ντεμπούτο είχαμε χρόνια να δούμε.

   Βεβαίως υπάρχει και το υπερόπλο που λέγεται Γουίλεμ Νταφόε, ο οποίος με την πολύχρονη εμπειρία του, την ιδιοφυή υποκριτική του ικανότητα, παίζοντας με κάθε ρυτίδα του προσώπου του, κάθε μυ του σώματός του, θα βγάλει όλη την απόγνωση, την αγωνία και τον σαρκασμό της τραγικής θέσης του ήρωα και θα δώσει περαιτέρω ώθηση στο μεγαλεπήβολο σχέδιο του Κατσούπη.

   ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Η αγωνιώδης ιστορία ενός κλέφτη έργων τέχνης ο οποίος παγιδεύεται σε ένα hi-tech ρετιρέ ενός κτιρίου της Νέας Υόρκης, αφού η διάρρηξη που επιχείρησε δεν εξελίσσεται όπως είχε σχεδιαστεί. Κλειδωμένος μέσα στο πολυτελές διαμέρισμα, περιτριγυρισμένος από ανεκτίμητα έργα τέχνης, πρέπει να επιστρατεύσει όλη την οξυδέρκεια και την εφευρετικότητά του προκειμένου να επιβιώσει στο πέρασμα του χρόνου.

   Αρκούδες δεν υπάρχουν

   (“No Bears”) Δραματική ταινία, ιρανικής παραγωγής του 2022, σε σκηνοθεσία Τζαφάρ Παναχί, με τους Τζαφάρ Παναχί, Νάσερ Χασαμί, Μίνα Καβανί κα.

   Ο Τζαφάρ Παναχί, ένας από τους σημαντικότερους δεξιοτέχνες του σύγχρονου σινεμά και εκπρόσωπος του νέου κινηματογραφικού κύματος στο Ιράν, αλλά και ένας αντιφρονούντας του θεοκρατικού καθεστώτος, που αφέθηκε ελεύθερος από τη φυλακή του Εβίν της Τεχεράνης μόλις πριν από ένα μήνα, με την τελευταία του ταινία υπερασπίζεται την ελευθερία της έκφρασης.

   Με την ταινία του, που τιμήθηκε με το Ειδικό Βραβείο του περσινού Φεστιβάλ Βενετίας, αποδεικνύει ότι το σινεμά, ακόμη και με τα στοιχειώδη μέσα, μπορεί και πρέπει να συμβαδίζει με τα κοινωνικά αιτήματα, να αντλεί έμπνευση από τη ζωή και τους απλούς ανθρώπους και να την επιστρέφει ως ένα κινηματογραφικό έργο.

   Ο Παναχί («Ταξί στην Τεχεράνη», «Offside»), όπως συνηθίζει, θα θολώσει τα όρια μεταξύ μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ, κάνοντας για μία ακόμη φορά ένα φιλμ που κρύβει περισσότερα ζητήματα από όσα βλέπει ο θεατής, ενώ παραμένει πιστός στην ευθύνη του δημιουργού απέναντι στο κοινό του, καθώς και στους ανθρώπους που τον βοηθούν, διακινδυνεύοντας την ησυχία τους ή ακόμη και την ελευθερία τους.

   Ένα ζευγάρι Ιρανών, που βρίσκεται παράνομα στην Τουρκία, επιτέλους κατορθώνει να αποκτήσει πλαστά διαβατήρια για να διαφύγει από τη χώρα. Σύντομα, όμως, ο θεατής θα ανακαλύψει ότι πρόκειται για μια ιστορία, που αφορά τα γυρίσματα μιας ταινίας του Παναχί, την οποία σκηνοθετεί από μακριά, από ένα χωριό στα σύνορα του Ιράν με την Τουρκία, όπου έχει εγκατασταθεί για να βρίσκεται όσο πιο κοντά μπορεί στο συνεργείο και τους πρωταγωνιστές του. Οι τεχνικές δυσκολίες θα του αφήσουν χρόνο, τον οποίο θα εκμεταλλευθεί για να ασχοληθεί με τα τοπικά έθιμα του χωριού και να φωτογραφίσει τους ανθρώπους του. Μία κίνηση που θα τον εμπλέξει σε ένα τοπικό δράμα, όταν όλοι αρχίζουν να πιστεύουν ότι ανάμεσα στις φωτογραφίες του, υπάρχει και μία ενός παράνομου ζευγαριού. Ο ίδιος επιμένει ότι δεν έχει τραβήξει τέτοια φωτογραφία, αλλά κανείς δεν τον πιστεύει και οι χωρικοί γίνονται επιφυλακτικοί μαζί του και εχθρικοί, στη συνέχεια, όταν θα τολμήσει να διασχίσει τα σύνορα Ιράν-Τουρκίας, για να δει από έναν λόφο την πόλη που γυρίζεται η ταινία του.

   Ο Παναχί που μπαινοβγαίνει υφολογικά από τη μυθοπλασία στο ντοκιμαντέρ, γυρίζει με την κάμερα στον ώμο και παράλληλα έχει στατικά πλάνα, μεταλλάσσοντας τα συναισθήματα και αναδεικνύει εμπνευσμένα ότι «δεν υπάρχουν αρκούδες στο χωριό», όπως βάζει να λέει ένας χωρικός, αλλά είναι απλά ακόμη μία ιστορία για να κρατά τους ανθρώπους φοβισμένους, να μη σηκώνουν κεφάλι. Ένα τεράστιο ζήτημα, μια κατακλυσμιαία τακτική, που ανοίγεται σχεδόν σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη, με διαφορετικούς τρόπους, άλλες φορές πιο κομψά, πιο «πολιτισμένα», αλλά πάντα αποτελεσματικά και με οδυνηρές συνέπειες.

   ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ένας κινηματογραφιστής, ο οποίος προσπαθεί να γυρίσει μια ταινία στην Τουρκία, ενώ είναι αναγκασμένος να μένει σε ένα χωριό κοντά στα ιρανο-τουρκικά σύνορα, θα βρεθεί αντιμέτωπος με τη δυσπιστία και τις τοπικές παραδόσεις των κατοίκων του χωριού.

   Η Εξαφάνιση του Προέδρου

   («Le Tigre et le President») Ιστορική κωμωδία εποχής, γαλλικής παραγωγής του 2022, σε σκηνοθεσία Ζαν Μαρκ Πιερφίτ, με τους Ζαν Γκαμπλίν, Άννα Μουγκλαλίς, Αντρέ Ντισολιέ, Κριστιάν Χεκ, Σιρίλ Κουτόν, Αστρίντ Βουετνάλ κα.

   Διασκεδαστική πολιτική σάτιρα εποχής, βασισμένη πάνω σε μία σχεδόν ξεχασμένη ιστορία των αρχών του 20ου αιώνα, όταν στη Γαλλία, ο νικητής του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου Ζορζ Κλεμανσό χάνει τις εκλογές από έναν ιδεαλιστή αλλά και άσχετο με τα πολιτικά τερτίπια, που θέλει να αλλάξει τη χώρα του.

   Ο Ζαν Μαρκ Πιερφίτ, στην πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα, τα πάει αρκετά καλά αν και έχει απομακρυνθεί από την πραγματικότητα, ενώ τον κατηγόρησαν ότι διαστρέβλωσε πλήρως την ιστορία. Ο Πιερφίτ απάντησε ότι δεν έκανε ντοκιμαντέρ αλλά έφτιαξε μία κωμωδία ιστορικής φαντασίας, όπως και πρέπει να ιδωθεί. Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης είχε από νέος κατά νου την ιστορία του Πολ Ντεσανέλ, που κέρδισε τον Κλεμανσό το 1920, καθώς όταν είδε για πρώτη φορά μια προτομή του και ρώτησε «ποιος είναι αυτός», όλοι γέλασαν. Ψάχνοντας, όμως, την ιστορία του άγνωστου σήμερα πολιτικού, ανακάλυψε έναν ενδιαφέροντα άνθρωπο, ένα οραματιστή πολιτικό, που τα ιστορικά κείμενα καταδίκασαν στη χλεύη.

   Έτσι, από τη μια, ο Πιερφίτ επικεντρώνεται πάνω στις δυο πολιτικές φυσιογνωμίες, τον κυνικό αλλά και αποτελεσματικό Κλεμανσό, έναν «Τίγρη», επαγγελματία της πολιτικής και τον ανίδεο ιδεαλιστή Πολ Ντεσανέλ, «τον Πρόεδρο που έπεσε από το τρένο», ο οποίος για την εποχή του είχε ιδιαιτέρως προχωρημένες ιδέες, προτείνοντας την κατάργηση της θανατικής ποινής, το δικαίωμα της ψήφου στις γυναίκες και τη δημιουργία ενός καθολικού εισοδήματος, καθώς η πείνα έπληττε όλο και μεγαλύτερα τμήματα της γαλλικής κοινωνίας.

   Απ’ την άλλη, θα σχολιάσει, αν και όχι διεξοδικά τα παιχνίδια της εξουσίας και τη διαστρέβλωση της επίσημης ιστορίας, για την εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων.

   Ένα φιλμ σφιχτοδεμένο, που βγάζει αρκετό γέλιο, αν και ορισμένες φορές φλερτάρει με το γκροτέσκο και την καρικατούρα των χαρακτήρων και που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις ερμηνείες του Αντρέ Ντισολιέ, που υποδύεται τον Κλεμανσό και του Ζακ Γκαμπλίν, στον ρόλο του Ντεσανέλ.

   ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ο κραταιός Ζορζ Κλεμενσό χάνει τις προεδρικές εκλογές του 1920 από τον Πολ Ντεσανέλ, έναν ιδεαλιστή που θέλει να αλλάξει τη χώρα. Ένα βράδυ, όμως, ο Ντεσανέλ πέφτει από τρένο και εξαφανίζεται για τα καλά. Η Γαλλία απαιτεί έναν πρόεδρο, και ο Κλεμανσό βλέπει εδώ να κρύβεται η χρυσή ευκαιρία που του στέρησαν οι κάλπες.

   Τελετουργία Θανάτου

   (“The Ritual Killer”) Θρίλερ, αμερικάνικης παραγωγής του 2023, σε σκηνοθεσία Τζορτζ Γκάλο, με τους Κολ Χάουζερ, Μόργκαν Φρίμαν, Πίτερ Στορμάρε, Βέρνον Ντέιβις, Τζούλι Λοτ κα.

   Κλισεδιάρικο, αμερικάνικης κοπής, θρίλερ, στο γνωστό μοτίβο: δύο άνθρωποι, με κρυμμένα μυστικά, κυνηγούν έναν κατά συρροή δολοφόνο. Φιλμ, που βλέπεται με κάποιο ενδιαφέρον αν και από ένα σημείο και μετά είναι απολύτως αναμενόμενο.

   Γυρισμένο από τον σχετικά καλό σεναριογράφο («Ο Διώκτης του Μεσονυχτίου», «Τα Κακά Παιδιά») αλλά αδιάφορο σκηνοθέτη («Κατασκοπεύοντας τη Μαμά») Τζορτζ Γκάλο, το φιλμ διαθέτει τους προβλεπόμενους καταιγιστικούς ρυθμούς, ένα αρχικά ενδιαφέρον στόρι και το στοιχειώδες σασπένς, που όσο περνά η ώρα δείχνει να εξαντλείται και ένα τραβηχτικό πρωταγωνιστικό δίδυμο, με τον Μόργκαν Φρίμαν και τον Κολ Χάουζερ, που αναδείχθηκε ως «σταρ» μέσα από τη γνωστή σειρά «Yellowstone».

   Το στόρι, που υπογράφουν, όχι ένας ή δύο, αλλά έξι σεναριογράφοι, θέλει έναν ντετέκτιβ, τον Μπόιντ, που δεν μπορεί να ξεπεράσει το θάνατο της κόρης του, να ταξιδεύει στο Μισισίπι και στη Ρώμη, ακολουθώντας τα ίχνη ενός κατά συρροή δολοφόνου, που σκοτώνει τα θύματά του με μία απάνθρωπη τελετουργία μαύρης μαγείας, έχοντας ως βοηθό έναν καθηγητή ανθρωπολογίας, που κρύβει ένα ανείπωτο μυστικό.

   Ο Γκάλο, αποφεύγοντας τα εξεζητημένα πλάνα και σκηνές στολισμένες με υπερβολές ή τους γνώριμους εντυπωσιασμούς, αρχικά θα κεντρίσει το ενδιαφέρον, δίνοντας μία ζωντάνια και αμεσότητα στην αφήγησή του. Δίνοντας χώρο στην ιστορία του και στο μυστήριο που κρύβουν οι δύο πρωταγωνιστές, θα δώσει ώθηση στο θέμα του, μέχρι να αρχίσουν τα κλισέ και οι εύκολες λύσεις. Όπως οι σχηματικές τελετουργίες του αποτρόπαιου δολοφόνου, που ενδιαφέρεται για συγκεκριμένα μέρη του σώματος των θυμάτων του και τσιτάτα του τύπου «εδώ παίρνω δύναμη, εδώ γίνομαι δύναμη».

   Ο Μόργκαν Φρίμαν, δείχνει, για μια ακόμη φορά, να επαναλαμβάνει τους δεκάδες ρόλους που έχει κάνει πάνω στο συγκεκριμένο είδος, φαίνεται να βυθίζεται στη ρουτίνα, ενώ ο Κολ Χάουζερ μοιάζει να πιάνει από τα κέρατα την ευκαιρία ενός πρωταγωνιστικού ρόλου και χωρίς υπερβολές, να κάνει μία αξιοπρεπή ερμηνεία.

   ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Μην μπορώντας να ξεπεράσει τον θάνατο της κόρης του, ο ντετέκτιβ Μπόιντ ταξιδεύει από τις ΗΠΑ μέχρι την Ευρώπη στα ίχνη ενός κατά συρροή δολοφόνου, που σκοτώνει τα θύματα του με μία απάνθρωπη και αποτρόπαια τελετουργία μαύρης μαγείας.

   Scream VI

   (“Scream VI”) Ταινία τρόμου, αμερικάνικης παραγωγής του 2023, σε σκηνοθεσία Mατ Μπετινέλι-Όλπεν και Tάιλερ Γκίλετ, με τους Μελίσα Μπαρέρα, Τζένα Ορτέγκα, Κόρτνεϊ Κοξ, Μέισον Γκούντινγκ, Χέιντεν Πανετιέρ κα.

   Αν πέρσι το γνωστό φραντσάιζ τρόμου νεκραναστήθηκε, με την πέμπτη ταινία της σειράς, φέτος δείχνει να έχει εξαντλήσει όλα τα τρικ φόβου και αγωνίας, ενώ το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός έχουν παραδώσει τη θέση τους στο γκροτέσκο και τη γραφικότητα.

   Αυτό που κατάφερε ο βιρτουόζος του τρόμου Γουές Κρέιβεν πριν από 26 χρόνια, δηλαδή να διευρύνει την γκάμα του είδους, να μπει ολοκληρωτικά στο ψυχαγωγικό σινεμά, να παρουσιάσει ένα θέαμα σαν ένα διαδραστικό παιχνίδι, στο οποίο ο θεατής συμμετέχει απενεχοποιημένα απολαμβάνοντας τα μακάβρια φονικά, μετά την περσινή αναλαμπή, φαίνεται ένα μακρινό σινεμά, που δεν έχει γυρισμό.

   Μετά τους φόνους του τελευταίου Ghostface, οι επιζήσαντες αφήνουν το Μέριλαντ και το Γούντσμπορο, για την ασφάλεια της Νέας Υόρκης, νομίζοντας ότι μπορούν να συνεχίσουν μία κανονική ζωή. Όμως, δεν έχουν υπολογίσει το νέο δολοφόνο Ghostface, που αρχίζει να τους καταδιώκει και να σκοτώνει ότι βρίσκεται μπροστά του.

   Εδώ, όμως, δεν υπάρχει τίποτα το καινούργιο, η αυτοναφορικότητα της ταινίας πιάνει ταβάνι και γίνεται βαρετή, αν όχι ενοχλητική. Μέχρι να έρθει μάλιστα, το αναμενόμενο φινάλε, η υπόθεση εξελίσσεται ως ένα στοίχημα για τους μυημένους θεατές για το ποιος θα βρει καλύτερα την επόμενη σκηνή, ενώ μπορούν να διασκεδάσουν και με τον τρόμο που θα προκαλέσουν στους πρωτάρηδες θεατές τα φονικά και οι «απρόσμενες» εμφανίσεις του Ghostface. Ωστόσο, ακόμη και αυτό στα όρια της παρωδίας φιλμ τρόμου, προσφέρει μια ιδιότυπη διασκέδαση και ειδικά για τους μυημένους.

   Εν ολίγοις, ένα φιλμ αποκλειστικά για τους φαν του «Scream», εκτός αν υπάρχουν και θαυμαστές των ερμηνευτικών ικανοτήτων της Μελίσα Μπαρέρα ή της Τζένα Ορτέγκα, οπότε πλάκα πάει σε άλλη διάσταση.

   ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Μετά από τους φόνους του τελευταίου Ghostface,οι τέσσερις επιζήσαντες αφήνουν το Γούντσμπορο και ξεκινούν ένα νέο, ασφαλές κεφάλαιο στη ζωή τους. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν.

   Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:

   Αντιγόνη

   (“Antigone”) Καναδέζικο δράμα (2019), κινηματογραφική διασκευή της αρχαίας τραγωδίας του Σοφοκλή από την Σοφί Ντερασπέ. Η ιστορία μεταφέρεται στον σύγχρονο Καναδά, όπου η Αντιγόνη, μία άριστη μαθήτρια και υποδειγματικό μέλος της κοινότητας, παραβαίνει τον νόμο βοηθώντας τον αδελφό της να δραπετεύσει από τη φυλακή και θα βρεθεί κατηγορούμενη από τις δικαστικές αρχές της χώρας. Ταινία που έχει το δικό της ενδιαφέρον, παρά τις όποιες αδυναμίες της και κάποια παιδιάστικα χαρακτηριστικά, καθώς θίγει ζητήματα, που πληγώνουν το δυτικό και όχι μόνο κόσμο, όπως το άτεγκτο δικαστικό και σωφρονιστικό σύστημα, τις αυθαιρεσίες της αστυνομίας και μιλά για πανανθρώπινες αξίες, για την αγάπη, την αφοσίωση στην οικογένεια (μεταναστών), την ισχύ των άγραφων νόμων απέναντι στους νόμους μίας απάνθρωπης, πολλές φορές, εξουσίας. Πολυβραβευμένη – γαλλόφωνη – ταινία, στην οποία πρωταγωνιστούν οι Ναχέμα Ρίτσι, Πολ Ντουσέ, Μπενουά Γκουίν κα.

   Μούμιες

   (“Mummies”) Ισπανική παιδική ταινία κινουμένων σχεδίων (2022), με αρκετά τραγούδια και μουσική, που βλέπεται ευχάριστα κυρίως από τους μικρούς μας φίλους. Τρεις μούμιες «ξυπνούν» στο σύγχρονο Λονδίνο, όπου θα ζήσουν ξεκαρδιστικές περιπέτειες όταν θα έρθουν σε επαφή με τον σύγχρονο κόσμο, στην προσπάθειά τους να ανακτήσουν ένα μαγικό κλεμμένο δαχτυλίδι. Το φιλμ προβάλλεται μεταγλωττισμένο στα ελληνικά με τις φωνές των Πηνελόπη Σκαλκώτου, Βασίλη Παπαστάθη, Θανάση Κουρλαμπά, Κωνσταντίνο Ρεπάνη, Βασίλη Αξιώτη κα.

Πηγή: ΑΠΕ/ΜΠΕ

Facebook Comments