Η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας σηματοδοτεί μια σημαντική θεσμική στροφή στην ελληνική αγορά εργασίας, μετά από μια δεκαετία βαθιών μεταρρυθμίσεων που περιόρισαν την ισχύ τους.

Με την υπογραφή της νέας Κοινωνικής Συμφωνίας ανάμεσα στην κυβέρνηση και τους Εθνικούς Κοινωνικούς Εταίρους, οι μνημονιακοί περιορισμοί καταργούνται και το πλαίσιο των διαπραγματεύσεων επανέρχεται σε πιο κανονικούς ρυθμούς, δημιουργώντας νέα δεδομένα για εργαζόμενους και εργοδότες.

Σύμφωνα με τη συμφωνία, οι κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές συμβάσεις θα μπορούν πλέον να επεκτείνονται ευκολότερα, καθώς το απαιτούμενο ποσοστό αντιπροσωπευτικότητας των εργοδοτών μειώνεται από 50% σε 40%. Παράλληλα, οι συμβάσεις που υπογράφονται από τους Εθνικούς Κοινωνικούς Εταίρους θα εφαρμόζονται χωρίς επαλήθευση αντιπροσωπευτικότητας, διευκολύνοντας την ταχύτερη εφαρμογή τους. Η αλλαγή αυτή αναμένεται να οδηγήσει σε αυξήσεις μισθών σε πολλούς κλάδους, όπου τα τελευταία χρόνια επικρατούσαν οι ατομικές συμβάσεις και τα χαμηλά κατώτατα όρια.

Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο είναι η πλήρης επαναφορά της μετενέργειας. Ακόμη και μετά τη λήξη μιας συλλογικής σύμβασης, οι βασικοί όροι της συνεχίζουν να ισχύουν έως την υπογραφή νέας, προστατεύοντας τους εργαζόμενους από μονομερείς μειώσεις ή επιδείνωση των συνθηκών εργασίας. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την εργασιακή ασφάλεια και περιορίζει την επισφάλεια που κυριάρχησε μετά τις μνημονιακές ανατροπές.

Στο επίπεδο της επίλυσης διαφορών, ο νέος νόμος αναβαθμίζει τον ρόλο του ΟΜΕΔ, καταργώντας τον δεύτερο βαθμό διαιτησίας και επιταχύνοντας τη διαδικασία. Στόχος είναι οι διαφορές εργοδοτών–εργαζομένων να λύνονται ταχύτερα και πιο αποτελεσματικά, χωρίς χρονοβόρες καθυστερήσεις.

Οι κοινωνικές συνέπειες της επαναφοράς των ΣΣΕ αναμένεται να είναι σημαντικές. Η επαναφορά τους μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα στην εργασιακή ανασφάλεια, ιδιαίτερα σε κλάδους όπως η εστίαση, ο τουρισμός, η μεταποίηση και το λιανεμπόριο, όπου οι ατομικές συμβάσεις είχαν κυριαρχήσει. Παράλληλα, η γενίκευση των συλλογικών κανόνων μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα, να μειώσει την αδήλωτη εργασία και να βελτιώσει τον θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ επιχειρήσεων.

Ωστόσο, η εφαρμογή του πλαισίου δεν είναι χωρίς προκλήσεις. Η επιτυχία εξαρτάται από την ικανότητα των συνδικάτων να διαπραγματευτούν αποτελεσματικά και από τη συνεργασία των εργοδοτικών φορέων, ιδιαίτερα σε κλάδους με πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Απαιτείται επίσης ουσιαστικός έλεγχος από τις αρμόδιες αρχές, ώστε οι νέοι κανόνες να εφαρμόζονται στην πράξη και όχι μόνο στα χαρτιά.

Η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων αποτελεί θεσμική τομή για την αγορά εργασίας. Ενισχύει τη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων, περιορίζει την αυθαιρεσία και προάγει μια πιο ισορροπημένη και δίκαιη σχέση εργασίας. Αν εφαρμοστεί σωστά, μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για μια νέα εποχή σταθερότητας, αξιοπρέπειας και αυξήσεων μισθών — ένα κρίσιμο βήμα για την κοινωνική συνοχή και την οικονομική ανάπτυξη.

Facebook Comments