Story ανάπτυξης, ταχείας μείωσης χρέους, ισχυρών δημοσιονομικών επιδόσεων, ελκυστικών αποτιμήσεων, υψηλών μερισματικών αποδόσεων, δυναμικών εταιρικών επιδόσεων, αναβάθμισης και περαιτέρω σύγκλισης των spreads με τις «μεγάλες» χώρες της Ευρωζώνης, είναι τα σημαντικότερα «χαρακτηριστικά» που συνοδεύουν τις ελληνικές μετοχές και τα ομόλογα (και) το 2026, και τα οποία δύσκολα μπορούν να βρεθούν σε άλλες αγορές συγκεντρωμένα όλα μαζί. Και αυτό, σε μία στιγμή όπου η ελληνική αγορά μπαίνει και σε μία εντελώς νέα εποχή έπειτα και από την εξαγορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών από την Euronext…

Με κέρδη άνω του 40% μέχρι στιγμής φέτος, τα δεύτερα μεγαλύτερα ανάμεσα σε όλες τις αγορές, ανεπτυγμένες ή αναδυόμενες, ο πήχης τίθεται πολύ υψηλά για το Χρηματιστήριο Αθηνών τη νέα χρονιά.

Μία τόσο ισχυρή επίδοση ίσως είναι δύσκολο να επαναληφθεί.

Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει πως η ελληνική αγορά δεν μπορεί να πρωταγωνιστήσει και το 2026, αυτό άλλωστε αναμένουν και κορυφαίοι επενδυτικοί οίκοι. Αρκεί φυσικά να μην υπάρξει κάποιο εξωτερικό σοκ, με τις «επικίνδυνες» εστίες διεθνώς να μην είναι καθόλου αμελητέες (γεωπολιτικές εντάσεις, φόβοι για «φούσκα» στην τεχνολογία λόγω υψηλών αποτιμήσεων, εμπορικές αναταράξεις).

Η αναβάθμιση της Ελλάδας σε αναπτυγμένη αγορά έπειτα από πάνω από μία δεκαετία παραμονής στις αναδυόμενες αγορές, θα αποτελέσει το «θέμα του 2026». Αν και αυτή η εξέλιξη αποτελεί εν δυνάμει πηγή βραχυπρόθεσμης μεταβλητότητας λόγω της αναδιάρθρωσης χαρτοφυλακίων, μακροπρόθεσμα αποτελεί τεράστιο όφελος καθώς ενισχύει την ελκυστικότητα της αγοράς σε θεσμικούς επενδυτές, και άρα τις εισροές κεφαλαίων.

Βέβαια υπάρχουν και… ενστάσεις σχετικά με αυτό, με την JP Morgan να επισημαίνει πως η αναβάθμιση ενδέχεται να μειώσει το επενδυτικό ενδιαφέρον και να περιορίσει τη διεθνή κάλυψη. Η Morgan Stanley αναφέρει πως η Ελλάδα βίωσε παρόμοια αναβάθμιση από την MSCI το 2001, μετά την οποία άρχισε να υποαποδίδει για σχεδόν έναν χρόνο. Αντίθετα, όταν η MSCI υποβάθμισε την Ελλάδα στις αναδυόμενες αγορά το 2013, οι ελληνικές μετοχές υπεραπέδωσαν. «Μια αναβάθμιση από την MSCI θα μετατόπιζε ουσιαστικά την Ελλάδα από ένα μεσαίου μεγέθους ψάρι που βρίσκεται μέσα σε μια μικρή λίμνη, σε ένα πολύ μικρότερο ψάρι που κολυμπάει μέσα στον ωκεανό», σημείωσε χαρακτηριστικά. 

Ήδη πάντως η ελληνική αγορά, από τις 17 Νοεμβρίου, όταν και ολοκληρώθηκε η δημόσια πρόταση, έχει ήδη μπει σε νέα φάση. Η ένταξη του ελληνικού Χρηματιστηρίου κάτω από την ομπρέλα της Euronext έπειτα από περίπου 150 χρόνια αυτόνομης πορείας, είναι ίσως η μεγαλύτερη στιγμή στην ιστορία του, εξέλιξη της οποίας οι επιπτώσεις δεν έχουν ακόμη αποτυπωθεί πλήρως. Οι ελληνικές αγορές θα επωφεληθούν από μεγαλύτερο διεθνές ενδιαφέρον, και την ευκολότερη συνδεσιμότητα για τα μέλη της αγοράς σε όλη την Ευρώπη, γεγονός που θα οδηγήσει σε πιο ελκυστικές συνθήκες για Έλληνες επενδυτές και εισηγμένες εταιρείες.

Είναι δεδομένο πως η Euronext, έχοντας ήδη το 74,25% του Χ.Α θα προχωρήσει σε διαδικασίες οι οποίες θα της εξασφαλίσουν τον βασικό της στόχο  που είναι η απόκτηση έως και του συνόλου του Χ.Α, με πρώτο σταθμό την απόκτηση του 90% το οποίο και θα επιτρέψει το squeeze-out. Αυτό, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι θα το πετύχει ο πανευρωπαϊκός όμιλος, με ορίζοντα τα μέσα Φεβρουαρίου του 2026. Όπως έχει επισημάνει και ο CEO της Euronext, Stéphane Boujnah, η κατεύθυνση είναι σαφής: το ΧΑ θα ενταχθεί σταδιακά στο ομοσπονδιακό μοντέλο της Euronext, επωφελούμενο από την κοινή τεχνολογία, την ενισχυμένη ευρωπαϊκή έκθεση και τους πόρους μιας ευρύτερης αγοράς, διατηρώντας παράλληλα τα τοπικά του πλεονεκτήματα και συνεχίζοντας να εξυπηρετεί την ελληνική οικονομία.

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό της Euronext, το 2026 θα γίνει η ενσωμάτωση των κεντρικών λειτουργιών, το  2027, η προηγμένη τεχνολογία συναλλαγών αναμένεται να εφαρμοστεί στις ελληνικές αγορές, ενώ το 2028 αναμένονται τα πρώτα ορόσημα της ενσωμάτωσης για τις διαδικασίες μετά-συναλλαγών στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Ως μέρος του συνδυασμένου Ομίλου, το Χ.Α θα ενταχθεί έτσι στην ενιαία δεξαμενή ρευστότητας του Ομίλου Euronext, που υποστηρίζεται από ένα ενιαίο βιβλίο εντολών και μία ενιαία πλατφόρμα τεχνολογίας (Optiq), όπου τα μέλη μπορούν να έχουν απρόσκοπτη πρόσβαση σε όλες τις αγορές της, με στόχο την ενίσχυση του ενδιαφέροντος των επενδυτών, τη δημιουργία μεγαλύτερης ρευστότητας και την ενίσχυση της διαφάνειας των αγορών. Αξίζει να σημειωθεί πως κατά μέσο φέτος όρο περισσότερα από 13 δισ. ευρώ σε μετοχές διαπραγματεύονται καθημερινά στις επτά ευρωπαϊκές αγορές της Euronext.

Ειδικά για τις ΜμΕ, η Euronext έχει διαμηνύσει πως θα ενισχύσει τις δυνατότητες χρηματοδότησής τους θέτοντας σε εφαρμογή το πανευρωπαϊκό πρόγραμμα προετοιμασίας εισαγωγής εταιρειών σε οργανωμένη αγορά (το «IPOready»). Το πρόγραμμα αυτό έχει ήδη επιτρέψει σε περισσότερες από 1.200 εταιρείες να κατανοήσουν τα οφέλη της εισαγωγής στην αγορά, οδηγώντας σε 33 νέες εισαγωγές.

Facebook Comments