Στο επίκεντρο της νομικής και οικονομικής πραγματικότητας βρίσκονται ξανά οι ρυθμίσεις δανείων, καθώς χιλιάδες δανειολήπτες καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα σε προτάσεις που εμφανίζονται ως «λύση», αλλά ενδέχεται να κρύβουν σοβαρούς νομικούς και οικονομικούς κινδύνους.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι σαφές: πότε μια ρύθμιση παύει να είναι βιώσιμη και μετατρέπεται σε καταχρηστική;

Η καταχρηστικότητα δεν κρίνεται από τη μείωση της μηνιαίας δόσης, αλλά από το σύνολο των όρων, τη διαφάνεια, τη σχέση κόστους–οφέλους και το αν ο δανειολήπτης οδηγείται τελικά σε μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση.

Το νομικό πλαίσιο και η έννοια της καταχρηστικότητας

Σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, το δίκαιο προστασίας καταναλωτή και τη νομολογία του Αρείου Πάγου, ένας όρος θεωρείται καταχρηστικός όταν προκαλεί σημαντική ανισορροπία εις βάρος του οικονομικά ασθενέστερου μέρους και παραβιάζει την αρχή της καλής πίστης.

Στην πράξη, τα δικαστήρια εξετάζουν αν ο δανειολήπτης είχε πλήρη και σαφή ενημέρωση, αν υπήρχε πραγματική δυνατότητα διαπραγμάτευσης και αν η ρύθμιση είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη.

Πότε μια ρύθμιση θεωρείται προβληματική

Η νομολογία έχει εντοπίσει καταχρηστικότητα σε ρυθμίσεις που:

  • Αυξάνουν τη συνολική οφειλή, παρά τη ρύθμιση
  • Προβλέπουν υπερβολική επιμήκυνση με δυσανάλογους τόκους
  • Περιλαμβάνουν ρήτρες αυτόματης ακύρωσης για ελάχιστη καθυστέρηση
  • Ενσωματώνουν μονομερείς αλλαγές επιτοκίων χωρίς ανώτατο όριο
  • Υποχρεώνουν τον δανειολήπτη σε παραίτηση από ένδικα μέσα

Ιδιαίτερα κρίσιμες είναι οι περιπτώσεις όπου η ρύθμιση λειτουργεί ως αναβολή του προβλήματος και όχι ως ουσιαστική λύση.

Servicers και κόκκινα δάνεια: αυξημένη προσοχή

Μεγάλο μέρος των δανείων βρίσκεται πλέον σε εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers). Παρότι δεν είναι τράπεζες, δεσμεύονται από τις ίδιες αρχές νομιμότητας και προστασίας του καταναλωτή.

Δικαστικές αποφάσεις έχουν κρίνει ότι η συναίνεση του δανειολήπτη δεν νομιμοποιεί καταχρηστικούς όρους, ιδίως όταν η συμφωνία προκύπτει υπό οικονομική πίεση ή χωρίς επαρκή εναλλακτική επιλογή.

Όταν η “ευκαιρία” γίνεται παγίδα

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ρυθμίσεις που:

  • Μειώνουν πρόσκαιρα τη δόση αλλά εκτοξεύουν το τελικό κόστος
  • Συνδέονται με απώλεια εξασφαλίσεων με το παραμικρό
  • Περιλαμβάνουν ρήτρες αναπροσαρμογής χωρίς διαφάνεια
  • Δεν λαμβάνουν υπόψη το πραγματικό εισόδημα του δανειολήπτη

Η ευρωπαϊκή νομολογία είναι σαφής: η προστασία του καταναλωτή δεν μπορεί να παρακαμφθεί με συμβατικούς όρους, ακόμη και αν αυτοί έχουν υπογραφεί.

Τί εξετάζουν πλέον τα δικαστήρια

Οι δικαστικές κρίσεις εστιάζουν σε τρεις βασικούς άξονες:

  1. Σαφήνεια και κατανόηση των όρων
  2. Οικονομική βιωσιμότητα της ρύθμισης
  3. Συμπεριφορά του πιστωτή πριν και μετά τη συμφωνία

Αν αποδειχθεί ότι η ρύθμιση λειτουργεί ως μέσο μετακύλισης του κινδύνου αποκλειστικά στον δανειολήπτη, τότε μπορεί να ακυρωθεί εν μέρει ή στο σύνολό της.

Γιατί αφορά και το τραπεζικό σύστημα

Η καταχρηστικότητα δεν είναι μόνο νομικό ζήτημα. Είναι και συστημικός κίνδυνος. Ακυρώσεις ρυθμίσεων, δικαστικές διεκδικήσεις και απώλεια εμπιστοσύνης μπορούν να επηρεάσουν χαρτοφυλάκια, προβλέψεις και επενδυτική εικόνα.

Η βιώσιμη ρύθμιση δεν είναι παραχώρηση. Είναι όρος σταθερότητας για την οικονομία.

Facebook Comments