Ρεύμα: Γιατί οι Έλληνες «κλειδώνουν» σταθερές τιμές – Η εξαίρεση της Ελλάδας στην Ευρώπη


Η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώνει μια ιδιαιτερότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς συγκαταλέγεται στις ελάχιστες χώρες όπου τα συμβόλαια προμήθειας ρεύματος σταθερής τιμής παραμένουν ίσα ή ακόμη και φθηνότερα από τα κυμαινόμενα τιμολόγια. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι συγκυριακό. Αντιθέτως, αποτέλεσε τον βασικό μοχλό για τη μαζική και επιταχυνόμενη στροφή των Ελλήνων καταναλωτών προς τα σταθερά τιμολόγια κατά τη διάρκεια του 2025, σε μια περίοδο όπου η αβεβαιότητα για τις ενεργειακές τιμές παραμένει έντονη σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Τα στοιχεία προκύπτουν από τον συνδυασμό των εκθέσεων της Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων για τη λιανική αγορά ρεύματος και της VaasaETT, ενός από τους πλέον εξειδικευμένους ευρωπαϊκούς οίκους ανάλυσης της ενεργειακής αγοράς. Η εικόνα που αποτυπώνεται είναι σαφής: η Ελλάδα αποκλίνει από τον ευρωπαϊκό κανόνα.
Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της VaasaETT για τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας σε οικιακούς καταναλωτές, τα σταθερά τιμολόγια στην Ελλάδα παρέμειναν φθηνότερα από τα κυμαινόμενα μέχρι και τον Νοέμβριο, ενώ τον Δεκέμβριο οι τιμές πρακτικά εξισώθηκαν. Στην πλειονότητα των κρατών-μελών της ΕΕ ισχύει το αντίστροφο: τα σταθερά συμβόλαια είναι ακριβότερα, καθώς ενσωματώνουν ασφάλιστρο κινδύνου για τη μεταβλητότητα των χονδρεμπορικών τιμών. Μόνο λίγες αγορές –όπως η Ελλάδα, η Ολλανδία, η Γερμανία, η Ιρλανδία, η Μεγάλη Βρετανία και η Αυστρία– παρουσιάζουν παρόμοια εικόνα.
Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς τα σταθερά τιμολόγια προσφέρουν προβλεψιμότητα τόσο στους καταναλωτές όσο και στους προμηθευτές. Για τα νοικοκυριά, η σταθερή τιμή λειτουργεί ως «ασπίδα» απέναντι στις απότομες αυξήσεις που μπορεί να προκύψουν από γεωπολιτικές εξελίξεις, καιρικά φαινόμενα ή διακυμάνσεις στις αγορές φυσικού αερίου. Για τους προμηθευτές, διασφαλίζει σταθερές ταμειακές ροές και καλύτερο σχεδιασμό.
Η συνολική εικόνα των τιμών επιβεβαιώνει το σχετικό τιμολογιακό πλεονέκτημα της Ελλάδας. Τον Δεκέμβριο, η μέση τελική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας –συμπεριλαμβανομένων φόρων και επιβαρύνσεων– διαμορφώθηκε στα 24,34 σεντς ανά κιλοβατώρα, χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (25,73 σεντς) αλλά και από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο συνολικά (24,58 σεντς). Η διαφορά αυτή, αν και δεν είναι εντυπωσιακή σε απόλυτους αριθμούς, αποδεικνύεται κρίσιμη σε επίπεδο ετήσιου οικογενειακού προϋπολογισμού.
Δεν προκαλεί λοιπόν έκπληξη το γεγονός ότι οι καταναλωτές «ψήφισαν» με τις επιλογές τους. Τα στοιχεία της Ρυθμιστικής Αρχής δείχνουν εντυπωσιακή αύξηση των νοικοκυριών που επέλεξαν σταθερό τιμολόγιο. Τον Οκτώβριο του 2025, οι σχετικές συμβάσεις έφτασαν τα 1,5 εκατ., καλύπτοντας 25,78% του συνόλου, από μόλις 867 χιλιάδες τον Ιανουάριο (14,72%). Την ίδια στιγμή, τα λεγόμενα «πράσινα» ή κυμαινόμενα τιμολόγια υποχώρησαν από 70,2% σε 59,8%, χάνοντας περίπου 600.000 πελάτες μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο.
Η τάση αυτή αναμένεται να επηρεαστεί περαιτέρω το 2026, καθώς εισέρχεται στο παιχνίδι μια νέα κατηγορία προϊόντων. Από τον Φεβρουάριο για τις επιχειρήσεις και από τον Απρίλιο για τα νοικοκυριά, θα είναι διαθέσιμα και τα δυναμικά («πορτοκαλί») τιμολόγια, με διαφορετικές χρεώσεις στη διάρκεια του 24ώρου. Πρόκειται για συμβόλαια που ευνοούν όσους μπορούν να μεταφέρουν σημαντικά φορτία κατανάλωσης –όπως πλυντήρια, φορτιστές ηλεκτρικών οχημάτων ή αντλίες θερμότητας– στις ώρες χαμηλής τιμής.
Ωστόσο, για τη μεγάλη μάζα των καταναλωτών, τα σταθερά τιμολόγια εξακολουθούν να αποτελούν την πιο «ασφαλή» επιλογή. Σε ένα περιβάλλον όπου η ενεργειακή αβεβαιότητα δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως, η προβλεψιμότητα κόστους αποδεικνύεται ισχυρότερο κίνητρο από το ενδεχόμενο πρόσκαιρων χαμηλότερων τιμών. Και αυτό εξηγεί γιατί η Ελλάδα καταγράφει μια από τις πιο έντονες μετατοπίσεις καταναλωτικής συμπεριφοράς στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Facebook Comments