Δεν υπήρξε καμία αμφιβολία ότι η επέμβαση των  ΗΠΑ στην Βενεζουέλα έχει να κάνει περισσότερο για τα πετρέλαια και λιγότερο για τον Μαδούρο και τα ναρκωτικά.

Ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ δεν έκανε καμία προσπάθεια να το αποκρύψει και ισχυρίζεται ότι η  Βενεζουέλα έχει κλέψει πετρέλαιο και γη που ανήκουν στους αμερικανούς. Όπως χαρακτηριστικά  δήλωσε στους δημοσιογράφους,  «Είχαμε πολύ πετρέλαιο εκεί. Όπως γνωρίζετε, πέταξαν έξω τις εταιρείες μας και το θέλουμε πίσω».

Ο αμερικανός πρόεδρος δήλωσε οτι οι αμερικανικές  πετρελαϊκές  εταιρείες είναι έτοιμες και πρόθυμες να επενδύσουν στην Βενεζουέλα, δισεκατομμύρια που θα καταβάλλουν από τις τσέπες τους, για να ανοικοδομήσουν τις πετρελαϊκές τους υποδομές.

Αμφιβάλλω αν οι αμερικανικές πετρελαϊκές  εταιρείες συμμερίζονται την αισιοδοξία του αμερικανού προέδρου και μέχρι τώρα ουδεμία εταιρεία προέβει σε παρόμοιες δηλώσεις. Σίγουρα δείχνουν ενδιαφέρον, αλλά δεν προβλέπω να προχωρήσουν σε  οποιεσδήποτε άμεσες ή ακόμη  μελλοντικές επιχειρηματικές δραστηριότητες ή επενδύσεις σε πετρελαϊκές υποδομές της Βενεζουέλας.

Θα σταθώ σε 3 κύριους  παράγοντες που εξηγούν τις επιφυλάξεις και την διστακτικότητα των εταιρειών.

Πρώτον, υπάρχει μεγάλη ανησυχία για το τι πρόκειται να συμβεί στην Βενεζουέλα και πότε θα υπάρξει πολιτική σταθερότητα και σαφήνεια στο καθεστώς της Βενεζουέλας. 

Η απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να αφήσουν στην εξουσία το υπόλοιπο της κυβέρνησης Μαδούρου και να ελέγχει την Βενεζουέλα από μακριά, χρησιμοποιώντας την απειλή περαιτέρω στρατιωτικής δράσης, αποκλεισμού καθώς και κυρώσεων, δεν αποτελεί μακροχρόνια λύση. Η χώρα θα χρειασθεί μία νόμιμη, αντιπροσωπευτική κυβέρνηση που είναι η μόνη λύση για τη διάσωση μιας καταρέουσας οικονομίας, την ανασυγκρότηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας, και την την αντιμετώπιση  εσωτερικών αναταραχών.

Επιπλέον, η Βενεζουέλα πρέπει να θεσπίσει νέο νομοθετικό πλαίσιο για το πετρέλαιο και επίλυση νομικών και οικονομικών θεμάτων με αμερικανικές εταιρείες όπως η ExxonMobil και η ConocoPhillips, που εγκατέλειψαν τη χώρα το 2007 λόγω κρατικοποιήσεων και κατασχέσεων από την κυβέρνηση Τσάβες. Η μοναδική αμερικανική εταιρεία που παραμένει στη χώρα είναι η Chevron, λειτουργώντας υπό περιοριστικούς όρους.

Δεύτερον, το επενδυτικό κόστος για την ανοικοδόμηση των υποδομών πετρελαίου, θα είναι τεράστιο, καθώς πετρελαϊκή βιομηχανία της Βενεζουέλας έχει κρατικοποιηθεί εδώ και πολλές δεκαετίες και υποφέρει από έλλειψη επενδύσεων.

Οι αμερικανικές εταιρείες θα πρέπει να ξοδέψουν για χρόνια ή και δεκαετίες πάνω από $100 δισεκατομμύρια σε νέες επενδύσεις για την κατασκευή υποδομών και διατήρηση εγκαταστάσεων, χωρίς καμία βεβαιότητα απόσβεσης.

Ο τρίτος παράγοντας αφορά τις σημερινές χαμηλές τιμές πετρελαίου που αφήνουν μικρά περιθώρια κέρδους και δεν προσφέρουν ισχυρά κίνητρα για περαιτέρω επενδύσεις.  

Ήδη, αυτό συμβαίνει και στις ΗΠΑ, όπου οι δραστηριότητες της πετρελαϊκής βιομηχανίας για νέες γεωτρήσεις έχουν μειωθεί και η εβδομαδιαία καταγραφή των πλατφορμών άντλησης πετρελαίου στις ΗΠΑ εμφανίζει πτώση κατά 16% σε σύγκριση με την τελευταία κορύφωση που σημειώθηκε τον Απρίλιο.

Με την απροθυμία των μεγάλων εταιρειών, Ο πρόεδρος Τραμπ μάλλον θα αρκεσθεί στην συμφωνία που έκανε με την νέα κυβέρνηση στην Βενεζουέλα η οποία θα παρέχει στις ΗΠΑ 30 έως 50 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου που μάλλον προέρχεται από από υπάρχοντα αποθέματα ή προηγουμένως μπλοκαρισμένες αποστολές που υπόκεινται σε κυρώσεις, το οποίο θα πωλείται σε τιμές αγοράς με τα έσοδα να ελέγχονται από τις ΗΠΑ.

Αυτό  δίνει στις ΗΠΑ ένα είδους ελέγχου των πετρελαίων της Βενεζουέλας και μαζί με το συνεχιζόμενο μπλοκάρισμα που έχει επιβάλλει θα μπορεί να σταματά την ροή πετρελαίου προς Κίνα και επίσης Κούβα. Ίσως αυτό αποτελεί και τον πραγματικό στόχο των ΗΠΑ.

Facebook Comments