Η ΕΚΤ δεν θέλει να είναι αυτή που θα τραβήξει το βύσμα στην Ελλάδα

11 λεπτά ανάγνωση
20 Μαΐου 2015

Η εβδομαδιαία συνάντηση των φορέων χάραξης πολιτικής της ΕΚΤ, τείνει να εξελιχθεί σε αγγαρεία, καθώς τα μέλη της ολοένα και περισσότερο νιώθουν άβολα να συζητούν για το ελληνικό ζήτημα.

Σήμερα είναι προγραμματισμένη άλλη μια τέτοια συνεδρίαση στην οποία θα αποφασιστεί το ύψος του ELA που θα δοθεί στις ελληνικές τράπεζες και όπως αναφέρει το Bloomberg, αναμένεται να συζητηθεί αν θα πρέπει να επιβληθούν πιο αυστηροί όροι στην Ελλάδα για να συνεχίσουν να την δανείζουν.

Την ίδια στιγμή, βέβαια, οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ γνωρίζουν πολύ καλά πως αν λάβουν μια τέτοια απόφαση, θα προκαλέσουν περαιτέρω επιδείνωση στην ήδη αδύναμη ελληνική οικονομία.

Ο Μάριο Ντράγκι έχει επαναλάβει σε όλους τους τόνους πως τις αποφάσεις για τέτοια ζητήματα πρέπει να τις λαμβάνουν οι εκλεγμένοι πολιτικοί και όχι οι τραπεζίτες. Συνάμα, προσθέτει πως οι αποφάσεις του Συμβουλίου πρέπει να βασίζονται σε κανόνες όπως είναι η φερεγγυότητα των ελληνικών τραπεζών και η απαγόρευση να χρηματοδοτούν το κράτος. Ακόμη κι έτσι, οι ευρύτερες επιπτώσεις της δράσης γίνονται όλο και πιο δύσκολο να αγνοηθούν. Κάτι που σε απλά ελληνικά σημαίνει πως οι αξιωματούχοι στη Φρανκφούρτη δεν πρόκειται να πάρουν κάποια δραστική απόφαση.

Ο οικονομολόγος Μάρκο Βάλι, της UniCredit με έδρα το Μιλάνο εξηγεί: «Είναι πολύ απλό: η ΕΚΤ δεν θέλει να είναι αυτή που θα τραβήξει το βύσμα στην Ελλάδα, ειδικά τώρα που οι πολιτικές διαπραγματεύσεις βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη. Εφόσον υπάρχει η πιθανότητα να μείνει στην Ευρωζώνη, ο ELA θα δοθεί κανονικά. Σε περίπτωση που αυτή η δυνατότητα εξαφανιστεί, τότε αυτομάτως θα πρέπει να διακοπεί και η έκτακτη παροχή ρευστότητας».

Το Bloomberg επαναφέρει στη συζήτηση το πραγματικό πρόβλημα της Ελλάδας: χωρίς τα χρήματα από τους δανειστές, η Ελλάδα κινδυνεύει να χρεοκοπήσει λόγω χρέους. Την ίδια στιγμή, η φερεγγυότητα της κυβέρνησης συνδέεται άμεσα με το τραπεζικό σύστημα καθώς υπάρχουν περίπου εννέα δισεκατομμύρια ευρώ που κατέχουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σε έντοκα γραμμάτια.

Η ΕΚΤ βλέποντας τη συνεχόμενη εκροή καταθέσεων δίνει τον ELA για να καλύψει τις απώλειες και μέχρι στιγμής το ύψος της βοήθειας έχει φτάσει στα 80 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ σύμφωνα με τους όρους του παρόντος προγράμματος, αυτή η βοήθεια μπορεί να φτάσει ως τα 95 δισεκατομμύρια ευρώ. Στο ενδιάμεσο, όμως, φουντώνει η κουβέντα εντός της ΕΚΤ για το αν θα πρέπει να αυξηθούν οι εξασφαλίσεις των τραπεζών σε αντάλλαγμα την παροχή του ELA. Αν συμβεί αυτό τότε αυτομάτως το όριο του ELA θα κατέβει στα 88 δισεκατομμύρια ευρώ.

Ως γνωστόν, υπέρμαχος του «κουρέματος» είναι ο κεντρικός τραπεζίτης της Γερμανίας, Γενς Βάιντμαν που έχει εκφράσει εδώ και καιρό τις αμφιβολίες του για τον τρόπο που χρησιμοποιούν οι ελληνικές τράπεζες την παρεχόμενη βοήθεια. Οι ανησυχίες για την αύξηση των περικοπών θα προκαταλάβει τις πολιτικές συνομιλίες στη Ρίγα, στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής, αν και ο Γιούνκερ έχει ήδη αποκλείσει οποιαδήποτε περίπτωση συμφωνίας επί λετονικού εδάφους.

Ο κίνδυνος χρεοκοπίας είναι στο μυαλό και των δύο πλευρών στη διαπραγμάτευση και φυσικά κάτι τέτοιο θα ληφθεί υπόψη από τον Ντράγκι και τους συναδέλφους του.

Ο Τζέιμς Νίξον, οικονομολόγος της Oxford Economics με έδρα το Λονδίνο, αναφέρει: «Όσο οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη και γίνονται σε κλίμα καλής πίστης, η ΕΚΤ δεν θα θελήσει να ταρακουνήσει τα πράγματα. Θα συνεχίσει να αναφέρεται στην πολιτική πρόοδο και θα αυξάνει τον ELΑ και να κρατάει τις απαιτήσεις ασφάλειας αμετάβλητες. Αν φανεί πως δεν υπάρχει πολιτική πρόοδος, τότε η στάση της θα αλλάξει αμέσως».

Άφησε ένα σχόλιο

Your email address will not be published.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΚΤ: Αμετάβλητα τα επιτόκια για πέμπτη συνεχόμενη συνεδρίαση

Αμετάβλητα για πέμπτη διαδοχική συνεδρίαση διατήρησε τα βασικά της επιτόκια η Ευρωπαϊκή

UBS: Το εντυπωσιακό comeback των ελληνικών ομολόγων

Από «παράδειγμα προς αποφυγή» στις διεθνείς αγορές χρέους, η Ελλάδα έχει εξελιχθεί

ΕΚΤ: Ο επίμονος πληθωρισμός στις υπηρεσίες φρενάρει τις μειώσεις επιτοκίων

Στο επίκεντρο των αγορών και της οικονομικής συζήτησης βρίσκεται πλέον η νομισματική