«Υποβάθμιση» ή νέο φωτεινό κεφάλαιο η αλλαγή πίστας του Χρηματιστηρίου Αθηνών;

22 λεπτά ανάγνωση
5 Φεβρουαρίου 2026

Η MSCI, ο μεγαλύτερος πάροχος δεικτών στον κόσμο με τα κεφάλαια που είναι επενδεδυμένα στους δείκτες του να ξεπερνούν τα 18 τρισ. δολάρια, αποφάσισε να προχωρήσει σε αναβάθμιση-εξπρές της ελληνικής αγοράς, ξεκινώντας διαβούλευση με τους επενδυτές, με στόχο – εάν «εγκριθεί» – να υλοποιηθεί τον προσεχή Αύγουστο.

Αυτή η εξέλιξη έρχεται μετά την ανακοίνωση του S&P Dow Jones τον Ιούλιο ο οποίος πρότεινε την αναβάθμιση τον Σεπτέμβριο, του FTSEτον Οκτώβριο ο οποίος ανακοίνωσε την αναβάθμιση της Ελλάδας σε ανεπτυγμένη αγορά τον προσεχή Σεπτέμβριο επίσης, ενώ και ο STOXX θα μπορούσε να ακολουθήσει, κατά την αξιολόγησή του τον Απρίλιο, αφού έχει την χώρα σε  «λίστα παρακολούθησης» για αναβάθμιση. Αυτό σημαίνει πως η Ελλάδα ενδέχεται εντός του 2026 να έχει την «σφραγίδα» της ανεπτυγμένης αγοράς από όλους τους οίκους.

Η επιστροφή του ελληνικού χρηματιστηρίου στο γκρουπ των ανεπτυγμένων αγορών, «φυσικό» επακόλουθο της ανάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας από την Ελλάδα, έχει κοινό «δυνατό» συμβολισμό όπως είχε και η αλλαγή πίστας για τα ελληνικά ομόλογα, αλλά και κοινές προκλήσεις. Σηματοδοτεί την επιστροφή της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς στην κανονικότητα και το κλείσιμο του κύκλου της κρίσης έπειτα από περισσότερα από 10 χρόνια παραμονής σε μία κατηγορία, στις αναδυόμενες αγορές, που συνεπαγόταν αυξημένο ρίσκο, ενώ την κάνει «ορατή» σε ένα άλλο κοινό επενδυτών. Παράλληλα ωστόσο, θα συγκρίνεται πλέον με μια άλλη «λίγκα» αγορών.

Η ελληνική αγορά ξεχωρίζει στο σύμπαν των αναδυόμενων αγορών, καθώς, κόντρα στον «ορισμό» του ρίσκου που συνοδεύει αυτή την κατηγορία, έχει σημαντικά πλεονεκτήματα που της προσδίδουν «ασφάλεια»: ισχυρό μακροοικονομικό σκηνικό, συνετή δημοσιονομική πολιτική και εντυπωσιακές δημοσιονομικές επιδόσεις, ένα καλά κεφαλαιοποιημένο τραπεζικό κλάδο ο οποίος έχει επιστρέψει στα ισχυρά μεγέθη και αναπτύσσεται, ισχυρή εταιρική κερδοφορία, σταθερό πολιτικό περιβάλλον, και όλα αυτά κάτω από την «ομπρέλα» της Ευρωζώνης.  Αυτά άλλωστε δικαιολογούν απόλυτα το ότι μεγάλοι επενδυτικοί οίκοι (Goldman Sachs, JP Morgan, Morgan Stane, UBS) τηρούν πολύ θετική, overweight, στάση στις ελληνικές μετοχές.

Στις ανεπτυγμένες αγορές ωστόσο, θα είναι αντιμέτωπη με ένα πολύ διαφορετικό πλαίσιο και με έναν… άνισο ανταγωνισμό. Όπως σημείωσε και ο ESM σε πρόσφατη ανάλυσή του για τα ελληνικά ομόλογα, τα οφέλη της επανένταξής τους στην ευρύτερη ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων είναι σαφή καθώς η Ελλάδα μπορεί να δανειστεί και να αναχρηματοδοτήσει το χρέος της με ευνοϊκά επιτόκια. Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η επανένταξη εκθέτει την Ελλάδα σε νέους κινδύνους. Ουσιαστικά, η Ελλάδα βρίσκεται τώρα σε μια άλλη κατηγορία αξιολόγησης με διαφορετικές ομότιμες σε βαθμολογία χώρες, όπου τα διαρθρωτικά της πλεονεκτήματα είναι λιγότερο ακραία από ό,τι ήταν σε σύγκριση με τις χώρες με αξιολόγηση κάτω από την επενδυτική βαθμίδα.

Η «διαφορά» και το… μειονέκτημα για τις ελληνικές μετοχές σε σχέση με τα ελληνικά ομόλογα είναι ότι όταν ανακτήθηκε πλήρως το investment grade, όλα τα ομόλογα εντάχθηκαν στους δείκτες των ώριμων αγορών, δεν υπήρχαν «διακρίσεις» ή κριτήρια, πέραν της βαθμολογίας της Ελλάδας. Αυτό σημαίνει πως αυτομάτως απέκτησαν μεγαλύτερη ορατότητα και μεγαλύτερο κοινό ειδικά ποιοτικών μεσοπρόθεσμων επενδυτών. Και αυτό έχει φανεί και στα αλλεπάλληλα ρεκόρ ζήτησης που καταγράφουν οι ελληνικές εκδόσεις τα τελευταία δύο χρόνια.

Αντίθετα, η αναβάθμιση της χρηματιστηριακής αγοράς «ευνοεί» μόνο κάποιες, λίγες μετοχές, με την έννοια ότι στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών που έχουν οι πάροχοι, εντάσσονται μόνο οι μετοχές που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια κεφαλαιοποίησης, μεγέθους διασποράς κ.α. Και τα μεγέθη των ελληνικών εισηγμένων δεν μπορούν να συγκριθούν με τους κολοσσούς των κεφαλαιοποιήσεων άλλων χωρών. Οι μετοχές της μεγάλης κεφαλαιοποίησης της Ελλάδας θα είναι μετοχές μεσαίας ή μικρής κεφαλαιοποίησης στο σύμπαν των ανεπτυγμένων αγορών.

Για παράδειγμα, από τις 25 ελληνικές μετοχές που σήμερα είναι στον δείκτη MSCI Ελλάδας, οι 20 θα μπορέσουν να «συνεχίσουν» στους δείκτες του οίκου στο πλαίσιο των ανεπτυγμένων αγορών, ενώ μόνο 5 από αυτές θα είναι στο βασικό δείκτη MSCI Ελλάδας (Εθνική, Eurobank, Πειραιώς, Alpha Bank και ΟΠΑΠ), και στη μεσαία κεφαλαιοποίηση.

Οι υπόλοιπες 15 – ΟΤΕ, ΔΕΗ, Jumbo, ΔΑΑ, Cenergy, Motor Oil, HELLENiQ Energy, ΓΕΚ Τέρνα, Intralot, Βιοχάλκο, Aktor, Titan, Lamda Development, Aegean, Σαράντης-, θα βρεθούν στον δείκτη μικρής κεφαλαιοποίησης. Το βάρος της Ελλάδας στους δείκτες της MSCI θα είναι μόλις 0,36%, έναντι άνω του 4% που είναι στους δείκτες αναδυόμενων αγορών, και θα είναι η δεύτερη μικρότερη αγορά στην Ευρώπη μετά την Πορτογαλία. Η Εθνική Τράπεζα, για παράδειγμα, η μεγαλύτερη τράπεζα σε κεφαλαιοποίηση στην Ελλάδα, θα είναι η 58η μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική εταιρεία στον MSCI Europe, ενώ η ΔΕΗ θα είναι η 2η μικρότερη εταιρεία κοινής ωφέλειας.

Στην περίπτωση των δεικτών του FTSE, σήμερα στο βασικό δείκτη αναδυόμενων αγορών κατατάσσονται 27 ελληνικές μετοχές, ενώ από το Σεπτέμβριο θα κατατάσσονται μόλις 8 με βάση τους έως τώρα υπολογισμούς (Εθνική, Eurobank, Alpha Bank, Πειραιώς, ΟΠΑΠ, ΔΕΗ, Jumbo και OTE) και θα θεωρούνται μεσαία κεφαλαιοποίηση, με τις υπόλοιπες να «συνεχίζουν» στον δείκτη μικρής κεφαλαιοποίησης. Το βάρος της Ελλάδας θα είναι στο μόλις 0,06% από 0,8% σήμερα.

Τα παραπάνω επιχειρήματα προβάλλουν πολλοί οίκοι επισημαίνοντας πως η Ελλάδα θα είναι ένα μικρό «ψαρί» στον ωκεανό των ώριμων αγορών. Συνεπώς, η αναβάθμιση θα είναι στην ουσία… υποβάθμιση, καθώς θα υπάρξουν συνολικά εκροές από τις ελληνικές μετοχές λόγω των αλλαγών, ο αριθμός των επενδυτών θα μειωθεί λόγω του πολύ μικρού «βάρους» στους δείκτες, ενώ η Ελλάδα θα καλύπτεται λιγότερο από τους αναλυτές.

«Η αναβάθμιση δεν είναι καλή ιδέα καθώς θα είναι αρνητική για την υγεία της χρηματιστηριακής αγοράς συνολικά», σημείωσε η JP Morgan.

«Η Ελλάδα διατρέχει τον κίνδυνο να ακολουθήσει παρόμοια πορεία με την αγορά μετοχών του Ισραήλ», προέβλεψε η HSBC. Το Ισραήλ εγκατέλειψε τον δείκτη MSCI αναδυόμενων αγορών για τις ανεπτυγμένες το 2010 – όπου το βάρος του στους αντίστοιχους δείκτες αναφοράς μειώθηκε από 2,7% σε 0,2%. Στα τρία χρόνια που ακολούθησαν την αναβάθμιση, ο όγκος συναλλαγών στο χρηματιστήριο του Τελ Αβίβ μειώθηκε κατά περίπου 50%. Η αγορά επίσης υποαπέδωσε τόσο σε σχέση με τους δείκτες των αναδυόμενων όσο και των ανεπτυγμένων κατά 35% και 60% τα επόμενα τρία χρόνια, όπως σημείωσε η βρετανική τράπεζα.

Ωστόσο υπάρχει και ο… αντίλογος. Οι επενδυτές των ανεπτυγμένων αγορών θα κοιτάξουν την Ελλάδα λόγω των χαμηλότερων αποτιμήσεων, του ισχυρού τραπεζικού κλάδου ο οποίος σημειώνει την υψηλότερη αύξηση δανείων στην Ευρώπη και του ισχυρού διαρθρωτικού story της χώρας,  με την επιστροφή των ελληνικών μετοχών στην κανονικότητα να προσελκύει πολύ μεγαλύτερους επενδυτές με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Μία άλλη διαρθρωτική εξέλιξη που πρέπει να ληφθεί υπόψη και πιθανόν να καθορίσει την επόμενη φάση των ελληνικών μετοχών είναι η ενσωμάτωση του χρηματιστηρίου στο οικοσύστημα Euronext. Ο χρόνος μόνο θα δείξει ποιος έχει δίκιο…

Άφησε ένα σχόλιο

Your email address will not be published.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

LAMDA Development: Πώληση οικοπέδων στη θυγατρική της Ten Brinke

Η LAMDA Development S.A. ανακοίνωσε ότι αποδέχθηκε δεσμευτική προσφορά από την NELLENCO

UBS: Το εντυπωσιακό comeback των ελληνικών ομολόγων

Από «παράδειγμα προς αποφυγή» στις διεθνείς αγορές χρέους, η Ελλάδα έχει εξελιχθεί

BofA: Επενδυτικό comeback για την Ελλάδα στις αναδυόμενες αγορές

Ισχυρές εισροές κεφαλαίων προς τις αναδυόμενες αγορές αναμένει για το 2026 η