Η δήλωση της Μαρίας Καρυστιανού δείχνει μια τάση πολιτικής υπεραπλούστευσης σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο πεδίο όπως η εξωτερική πολιτική.
Η διπλωματία δεν αποτιμάται με όρους εντυπώσεων ή λεκτικών χαρακτηρισμών, αλλά μέσα από στρατηγικούς στόχους, ισορροπίες και μακροπρόθεσμα αποτελέσματα.
Όταν μια δημόσια παρέμβαση παρουσιάζει μια διεθνή συνάντηση ως «εθνική ήττα» χωρίς πλήρη γνώση του διπλωματικού παρασκηνίου, κινδυνεύει να μετατρέψει ένα σοβαρό ζήτημα εξωτερικών σχέσεων σε πεδίο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η άσκηση εξωτερικής πολιτικής απαιτεί θεσμική ευθύνη, τεκμηρίωση και επίγνωση των διεθνών συσχετισμών — όχι εύκολες διατυπώσεις που μπορεί να δημιουργούν πολιτικό θόρυβο αλλά δεν συμβάλλουν ουσιαστικά στη διεθνή θέση της χώρας.
Η ανάρτησή της:
Δεν μπορείς να βαφτίζεις μια εθνική διπλωματική ήττα ως «θερμή υποδοχή», όταν στο αεροδρόμιο σε υποδέχεται ο Υπουργός Τουρισμού της Τουρκίας.
Δεν μπορείς να μιλάς για ουσιαστικό «διάλογο» όταν απέναντί σου έχεις μια χώρα που:
-Διατηρεί διαρκείς παράνομες NAVTEX στο Αιγαίο
-Κατέχει το 37% της Κύπρου εδώ και δεκαετίες
-Προωθεί αναθεωρητικά δόγματα τύπου «Γαλάζια Πατρίδα»
-Εργαλειοποιεί μεταναστευτικές ροές.
Ο διάλογος προϋποθέτει σεβασμό στο διεθνές δίκαιο. Χωρίς αυτόν, γίνεται άλλοθι στις επεκτακτικές βλέψεις του Ερντογάν.
Όταν ο Έλληνας πρωθυπουργός δηλώνει ότι «αν δεν υπάρξει συμφωνία μέσω διαλόγου, μπορούμε να προσφύγουμε σε διεθνές δικαστήριο», το ερώτημα που γεννάται είναι απλό:
αν πηγαίνουμε να ζητήσουμε αναγνώριση κατοχυρωμένων δικαιωμάτων ή πάμε να τα διαπραγματευτούμε;
Η «καλή γειτονία» δεν είναι ευχή, είναι αποτέλεσμα πράξεων. Όταν οι πράξεις δείχνουν προκλήσεις και αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, τότε οφείλεις να έχεις ξεκάθαρη στάση.
Η Ελλάδα χρειάζεται λαό με φρόνημα, δηλαδή ενημερωμένο και ενωμένο λαό, ο οποίος στηρίζει ένα σχέδιο Εθνικής Κυριαρχίας και ηγεσία, που δεν φοβάται να υπερασπιστεί δημόσια, καθαρά και τεκμηριωμένα τα εθνικά μας δικαιώματα.
Μαρία Καρυστιανού