ΔΝΤ: Ευέλικτη διαχείριση αντί αυστηρής προσαρμογής

MarketNews

ΔΝΤ: Ευέλικτη διαχείριση αντί αυστηρής προσαρμογής, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα

Τη μετατροπή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ) σε ένα «δημοσιονομικό ανάχωμα», που θα επιτρέπει στην ευρωζώνη να ενισχύει προβληματικές τράπεζες χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τα δημόσια οικονομικά των κρατών-μελών προτείνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην έκθεσή του για τη νομισματική ένωση.

Το ΔΝΤ επισημαίνει πως πρέπει να σπάσουν οι δεσμοί μεταξύ αδύναμων τραπεζών και κρατών. Προειδοποιεί μάλιστα ότι οι πιέσεις στις αγορές θα μπορούσαν να επανεμφανιστούν σε περίπτωση που τα τεστ αντοχής που διενεργεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα καταδείξουν «απροσδόκητα μεγάλα κεφαλαιακά ελλείμματα» για ορισμένες τράπεζες, υποχρεώνοντας το Δημόσιο της εκάστοτε χώρας να επέμβει για την ενίσχυση του τραπεζικού κλάδου.

Επιπλέον, το Ταμείο υπογραμμίζει πως ένα «δημοσιονομικό ανάχωμα» που θα «μπορεί να χρησιμοποιηθεί γρήγορα» θα ήταν απαραίτητη δικλείδα ασφαλείας σε περίπτωση συστημικής τραπεζικής κρίσης, όπου τα ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων και τα εθνικά μέσα προστασίας «ενδέχεται να είναι ανεπαρκή».

Επί του παρόντος, το σχέδιο του Eurogroup είναι να επιτρέπει την απευθείας ανακεφαλαιοποίηση προβληματικών τραπεζών με κοινοτικά κεφάλαια του ΕΜΣ ως μία έσχατη λύση, και με προϋπόθεση ότι μέτοχοι και μεγαλοκαταθέτες θα υποστούν «κούρεμα» που θα ισοδυναμεί με τουλάχιστον 8% του παθητικού της τράπεζας.

Το ΔΝΤ χαιρετίζει μεν την απόφαση της ευρωζώνης να επιτρέψει απευθείας ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών από τον ESM, αλλά προειδοποιεί πως το «κατώφλι» του 8% είναι «πολύ υψηλό».

«Όχι» σε δημοσιονομική υπερβολή

Στο δημοσιονομικό μέτωπο, το ΔΝΤ απορρίπτει την υπερβολική προσαρμογή και συστήνει μία «ευέλικτη» διαχείριση, που περιλαμβάνει ακόμα και τη χρήση της «ρήτρας διαφυγής» του Συμφώνου Σταθερότητας.

«Η δημοσιονομική απάντηση πρέπει να παραμένει ευέλικτη. Μεγάλες εκπλήξεις με αρνητική ανάπτυξη δεν θα πρέπει να προκαλούν περαιτέρω προσπάθειες προσαρμογής. Επιπλέον, αν εάν γίνουν πραγματικότητα οι κίνδυνοι αποπληθωρισμού και εξαντληθούν οι επιλογές της νομισματική πολιτικής, οι όροι διαφυγής στο δημοσιονομικό πλαίσιο θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν», αναφέρει χαρακτηριστικά το ΔΝΤ.

Σύμφωνα μάλιστα με την έκθεση, η Κομισιόν δέχτηκε ότι σε περίπτωση που «ο πληθωρισμός παρέμενε υποτονικός μετά από την εξάντληση του οπλοστασίου νομισματικής πολιτικής οι όροι διαφυγής θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν».

Η ΕΚΤ μπορεί να κάνει περισσότερα

Στο μέτωπο της αγοράς, το Ταμείο υπογραμμίζει πως σε περίπτωση συνέχισης του χαμηλού πληθωρισμού, η ΕΚΤ «θα πρέπει να σκεφτεί μία σημαντική επέκταση του ισολογισμού της», ανοίγοντας ροές φθηνής χρηματοδότησης για τράπεζες και αγοράζοντας ακόμα και ομόλογα των κρατών-μελών του ευρώ.

Τέτοια ποσοτική χαλάρωση από την πλευρά της ΕΚΤ θα μπορούσε να αυξήσει το δανεισμό και τη ρευστότητα στην αγορά, και να συμβάλει στην εξάπλωση πιστωτικών ροών πέρα από τα σύνορα των κρατών-μελών.

Στο πλαίσιο αυτό, το ΔΝΤ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το υψηλό κόστος δανεισμού που αντιμετωπίζουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε πολλές χώρες, ιδιαίτερα σε μεγάλες οικονομίες όπως η Ισπανία και η Ιταλία, όπου οι ΜΜΕ καλύπτουν περίπου το 80% της απασχόλησης.

Πρόοδος, μένει ακόμα δρόμος, αλλά…

Σε πιο γενικές γραμμές, το Ταμείο δίνει μία θετική εικόνα για την πορεία της ευρωζώνης, προβλέποντας ανάπτυξη οριακά πάνω από 1% για το 2014 και 1,5% για το 2015.

Προειδοποιεί όμως πως η ανάκαμψη δεν είναι «αρκετά δυνατή», ζητώντας την τόνωση της ζήτησης, την ενίσχυση της ρευστότητας στην αγορά, την αύξηση του πληθωρισμού και την προώθηση μεταρρυθμίσεων στις αγορές εργασίας, αγαθών και υπηρεσιών.

Παρά ταύτα, το ΔΝΤ αναγνωρίζει τα πολιτικά εμπόδια που υπάρχουν, ειδικά στον απόηχο «του ευρω-σκεπτικιστικού αποτελέσματος των Ευρωεκλογών, που μπορεί να εγείρει κινδύνους για την ενιαία αγορά».

«Η επιθυμία για περαιτέρω ένωση έχει μειωθεί […] Με την οικονομική ανάκαμψη να ριζώνει και την ανάκαμψη των χρηματαγορών, περισσότερη πρόοδος στις μεταρρυθμίσεις ίσως είναι επιρρεπής σε μεταρρυθμιστική κόπωση – τόσο στο ευρωζωνικό όσο και στο εθνικό επίπεδο», σημειώνει χαρακτηριστικά το Ταμείο.