'

Το τοκοτέχνασμα των 360 ημερών και η επιβάρυνση των δανειοληπτών

Βαονάκης Ιωάννης

Το τοκοτέχνασμα των 360 ημερών και η επιβάρυνση των δανειοληπτών, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα, τηλεοραση, live tv, live streaming, web tv

Μεταξύ των άκυρων ως καταχρηστικών Γενικών Όρων Συναλλαγών που εντοπίζονται σε μεγάλο αριθμό τραπεζικών συμβάσεων για δανειακά προϊόντα, συμπεριλαμβάνεται συχνά και όρος σύμφωνα με τον οποίο οι τόκοι υπολογίζονται τοκαριθμικά, με βάση έτος 360 ημερών, αντί 365 ημερών, τις οποίες έχει κανονικά το ημερολογιακό έτος.

Με τον ως άνω τρόπο, στην ουσία η χρήση χρονολογικής βάσης ημερολογιακού έτους 360 ημερών στους υπολογισμούς τόκων δανειακών συμβάσεων, δυνάμει σχετικού Γενικού Όρου Συναλλαγών που περιλαμβάνεται σε αυτές, αντί 365 που στην πραγματικότητα έχει το έτος και χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των τόκων και των καταθέσεων της ίδιας Τράπεζας, έχει ως αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό τόκων από την δανειακή σύμβαση να έχει αθέμιτα προσαυξηθεί και επιβαρυνθεί με τόκους πέραν των νομίμων.

Ειδικότερα, όπως έχει κριθεί από μερίδα δικαστικών αποφάσεων, ο Γενικός Όρος Συναλλαγών που προβλέπει ότι οι τόκοι  υπολογίζονται   με   βάση   έτος  360   ημερών,  προσκρούει   στην  αρχή   της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ.

Το πιστωτικό ίδρυμα που περιλαμβάνει τέτοιο όρο σε δανειακή του σύμβαση, διασπά εντελώς τεχνητά και κατ απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (δηλαδή το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον -όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών- για κάθε μέρα, και αντίστοιχα ετησίως επιβαρύνεται με περισσότερους τόκους της τάξεως, κατά την νομολογία, του 1,3889% κατ’ έτος με βάση τον λόγο 365/360, καθώς το  επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάπου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, όπως έχει κριθεί και με δικαστικές αποφάσεις.

Αυτό είναι αντίθετο στην αρχή της διαφάνειας ιδίως σε μια εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών.

Ο υπολογισμός του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, διότι οι Γενικοί Όροι Συναλλαγών των συμβάσεων πρέπει να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη, κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.  Με το να υπολογίζεται, λοιπόν, το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται, σύμφωνα με τον Νόμο.

Άλλωστε, το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα κατ` επιταγή της κοινοτικής οδηγίας 98/7/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ 21-178/13.2.2001 (ΦΕΚ Β` 255/8.3.2001) στην καταναλωτική πίστη με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον κατ` αυτόν τον τρόπο ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου.

Έτσι, με το ως άνω τοκοτέχνασμα γεννάται απαίτηση μη εκκαθαρισμένη, όπως έχει κριθεί με δικαστικές αποφάσεις (ενδεικτικά με την υπ’ αρ. 192/2015 Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας και την πρόσφατη υπ’ αρ. 66/2018 Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου) καθώς σε αυτήν εμφιλοχωρούν επιβαρύνσεις οι οποίες δεν μπορούν ευχερώς από τον ίδιο τον δανειολήπτη να διακριθούν από το πραγματικά οφειλόμενο, καθώς έχει κριθεί δικαστικά (παρά το γεγονός ότι υπάρχει και αντίθετη νομολογία που επιρρίπτει- εσφαλμένα κατά την άποψη του γράφοντος- το βάρος διαχωρισμού των μη νόμιμων επιβαρύνσεων από το σύνολο των οφειλής στον δανειολήπτη) ότι η ακυρότητα των επιμέρους κονδυλίων επηρεάζει την αποδεικτικότητα με έγγραφα αλλά και το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαιτήσεως (ιδετε μεταξύ άλλων ΕφΛαμίας 124/2007), ακυρώνοντας την διαταγή πληρωμής που εξέδωσε η Τράπεζα επί τη βάσει σύμβασης που περιέχει τέτοιο όρο στο σύνολό της, κρίνοντας ότι δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών στο απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων που έχει προσκομίσει η Τράπεζα.