Ηγεσία και αντιπροσώπευση: μια σχέση συχνά προβληματική

Μπογδάνος Κωνσταντίνος

Ηγεσία και αντιπροσώπευση: μια σχέση συχνά προβληματική, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα

Του Κωνσταντίνου Μπογδάνου

«Αθηναίοι, είναι γνωστόν, ότι εμείς οι Έλληνες έχουμε την αδυναμίαν να λησμονούμε σύντομα τους κινδύνους … Έχουμε επίσης την κακήν συνήθειαν, να καταστρέφουμε με τα ίδια μας τα χέρια ό,τι με κόπους και θυσίες δημιουργούμε. Κι αυτό το πράττουμε κατά κανόνα εις τας παραμονάς της επιτυχίας

Το απόσπασμα θα μπορούσε να απαντάται στον Θουκυδίδη, όμως ανήκει σε ομιλία του Κωνσταντίνου Καραμανλή τον Οκτώβριο του 1974. Ο ηγέτης, που είχε αναλάβει την πρωθυπουργία λίγους μήνες πριν, μιλάει στο Σύνταγμα ενώπιον μιας λαοθάλασσας για το 1920, το 1940, το 1963, αναφέρεται στο 1821 και τον τότε εμφύλιο, κάνει λόγο για τον συμβολισμό του μύθου του Σισύφου, ενόσω στην Κύπρο είναι ακόμα νωπός ο Αττίλας 2.

Θα περίμενε κανείς, πως το πλήθος θα παρακολουθούσε προβληματισμένο τις επώδυνες υπομνήσεις του ρήτορα. Αντ’αυτού, παραληρεί σε μιαν άνευ προηγουμένου έκσταση. Η αναντιστοιχία πολιτικού λόγου και λαϊκής αντίδρασης είναι εκπληκτική.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπήρξε αναμφίβολα μεγάλος ηγέτης. Πόσο αντιπροσωπευτικός ήταν, όμως, της κοινωνίας της οποίας ηγείτο; Προερχόμενος πολιτικά από την περίοδο της «κηδεμονευομένης δημοκρατίας», βρέθηκε, θα μπορούσε κανείς να πει, στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή, καθώς ο λαός είχε να διαλέξει μεταξύ αυτού και των τανκς. Τα τανκς, στα οποία οι Έλληνες ουδέποτε μαζικά αντιστάθηκαν, είχαν μόλις προκαλέσει την εθνική τραγωδία της ανατολικής μεσογείου. Ο λαός, ανασφαλής και συντηρητικός στην πλειονότητά του, στράφηκε στον Καραμανλή.

Η ατζέντα, όμως, του τελευταίου δεν αντανακλούσε απαραίτητα τις επιδιώξεις και τις προτεραιότητες του ελλαδικού πληθυσμού. Η αδυναμία της κοινωνίας να αντιληφθεί το ιστορικό αισθητήριο του ηγέτη της ανιχνεύεται σημειολογικά στην πρώτη εκείνη ομιλία του 1974, διατρανώνεται όμως οδυνηρά με την καταψήφισή του το 1981 – και την εκλογή ενός κόμματος, που εφόσον είχε πραγματώσει τις προεκλογικές δεσμεύσεις του, η Ελλάς θα βρισκόταν εκτός της τότε ΕΟΚ.

Στις μέρες μας, καθώς η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία αναμετράται με την μνημονιακή κηδεμονία, συχνά γίνεται αναφορά σε δύο ελλείμματα: αυτό της ηγεσίας και αυτό της αντιπροσώπευσης. Λιγότερο συχνά επιχειρείται συσχετισμός ανάμεσα στα δύο, αντίθετα, αθρόες είναι οι γενικόλογες αναφορές στο έλλειμμα δημοκρατίας που «μαστίζει» τη χώρα και ευθύνεται, δήθεν, για τα δεινά της.

Την ώρα που παραπονούμεθα, πως η λαϊκή βούληση δεν βρίσκει εκφραστές της γνησιότητάς της και αφορίζουμε συλλήβδην το πολιτικό προσωπικό αλλά και τον ίδιο τον κοινοβουλευτισμό, γκρινιάζουμε διότι δεν εμφανίζεται ένας ηγέτης, να πάρει πάνω του την τύχη της χώρας και να την οδηγήσει στην ακμή και την ευημερία. Παρατηρείται εδώ μια αντίφαση. Από τη μία, ζητείται ηγεσία που θα μετουσιώσει σε πολιτική απόφαση τη λαϊκή βούληση ατόφια και ανόθευτη. Από την άλλη, ζητείται ηγέτης-«πατερούλης», βγαλμένος από τη μυθοπλασία του συλλογικού θυμικού, ο οποίος θα εμπνεύσει και θα οδηγήσει.

Μια αναδρομή στην ιστορία του νέου ελληνικού έθνους αρκεί για να διαλύσει την ιδέα, ότι οι μεγάλοι ηγέτες αντιπροσωπεύουν πάντα τα «θέλω» του λαού. Ο Καποδίστριας ουδέποτε υπήρξε δημοφιλής και τελικώς δολοφονήθηκε. Ο Τρικούπης καταψηφίστηκε και η απουσία του άνοιξε το δρόμο για τον ατυχή πόλεμο του 1897 και τον επακόλουθο διεθνή οικονομικό έλεγχο. Ο ίδιος ο Βενιζέλος απομακρύνθηκε δια της κάλπης πάνω στην κρισιμότερη καμπή της νεότερης ιστορίας των Ελλήνων. Ο Μεταξάς δεν υπήρξε λαοφιλής ηγέτης και οι πολιτικές του, που κατέστησαν την προς πόλεμο προετοιμασία της χώρας τόσο επιτυχή, δεν συμβάδισαν με την καθολική αποδοχή του ίδιου του «ΟΧΙ». Οι ηγέτες δεν εμπνέουν πάντα. Ενίοτε ενεργούν αντίθετα με τη λαϊκή βούληση και δικαιώνονται από την ιστορία.

Καθώς η ποιότητα των προσωπικοτήτων που συγκροτούν το σώμα του ελληνικού κοινοβουλίου κρίνεται ολοένα και απογοητευτικότερη, αξίζει να διερευνηθεί η αλήθεια στην  παρατήρηση, ότι το επίπεδο των πολιτικών προσώπων αντανακλά εν τέλει το επίπεδο της ίδιας της κοινωνίας.

Πράγματι, θα συμπέραινε κανείς εκ πρώτης όψεως, ότι ο τρόπος, με τον οποίο αδυνατούμε ως πολίτες να συζητήσουμε μεθοδικά στη βάση κανόνων και επιχειρημάτων και με τον οποίο απεμπολούμε τη λογική στις καθημερινές συζητήσεις του φυσικού και διαδικτυακού λόγου και του μεντιατικά διαμεσολαβημένου διαλόγου, καθρεφτίζεται στις εργασίες των επιτροπών και των αιθουσών της γερουσίας και της ολομέλειας. Ο τρόπος αυτός όζει λαϊκισμό, αμορφωσιά, προχειρότητα, αγένεια, κοντόφθαλμη σκοπιμότητα. Και συμπυκνώνει, μάλλον, τα ελαττώματα και τα πραγματικά ελλείμματα που λειτουργούν ως εμπόδιο στην πρόοδο και λιπαντικό της παρακμής.

Στη συζήτηση περί των στοιχείων που καθορίζουν την προσωπικότητα ενός ηγέτη, όπως την ανοίγει επίκαιρα η διαδικτυακή δράση «Διάλογος:Αναζητώντας Ηγέτες» της Καθημερινής, αξίζει, ίσως, να εξεταστεί η ανάγκη του σθένους, που απαιτείται ώστε να ακολουθεί κανείς πολιτικές αντίθετες του ρεύματος της λαϊκής διάθεσης, με γνώμονα την ιστορική συνείδηση, την επίγνωση των καταστάσεων και την ανάγνωση των εθνικών αναγκών. Το σθένος αυτό, δε, δεν ζητείται μόνο από το πρόσωπο εκείνο, που θα αποτελέσει ενδεχομένως τον ηγέτη-φορέα της ιστορικής υπευθυνότητας.

Στις μέρες μας, όσο ποτέ πριν, ζητείται και από τους πυλωρούς του δημόσιου διαλόγου, δημοσιογραφικά επιτελεία και ιδιοκτησίες των μέσων, που καλούνται να βάλουν σε δεύτερη μοίρα τα ποσοτικά κριτήρια της αγοραίας χυδαιότητας και να εκπαιδεύσουν τον πολίτη στην ηδονή της γνώσης, της ποιοτικής πληροφορίας και του ορθού λόγου.