Πρώτα από όλα θα πρέπει να έχει υποβάλει δήλωση έναρξης επιχειρηματικής δραστηριότητας στην αρμόδια ΔΟΥ. Επειτα θα πρέπει να δηλώνει ως έδρα για την άσκηση της δραστηριότητάς του την κατοικία του, να μην εισπράττει μισθό από άλλη εργασία και να παρέχει τις υπηρεσίες του σε 3 το πολύ εργοδότες ή και σε περισσότερους από 3 εφόσον λαμβάνει το 75% τουλάχιστον των ετησίων αμοιβών του μόνο από έναν.

Σε περίπτωση κατά την οποία δεν πληροί έστω και μία από τις τέσσερις προϋποθέσεις τότε οι ετήσιες αμοιβές του από το «μπλοκάκι» φορολογούνται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, δηλαδή με 22% από το πρώτο ευρώ μέχρι τα 20.000 ευρώ και με 29%-45% για το τμήμα των ετησίων αμοιβών πάνω από το επίπεδο των 20.000 ευρώ.

Αν δηλαδή κάποιος εργαζόμενος αμείφθηκε για παροχή υπηρεσιών, χωρίς να έχει κάνει έναρξη δραστηριότητας στη ΔΟΥ και έλαβε «τίτλο κτήσης» από τον εργοδότη του για τις αμοιβές που εισέπραξε θα φορολογηθεί με το καθεστώς φορολόγησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Μόνη εξαίρεση από την επαχθή αυτή φορολόγηση ισχύει στην περίπτωση απόκτησης εισοδήματος από περιστασιακή απασχόληση το οποίο δεν υπερβαίνει τα 6.000 ευρώ ετησίως, εφόσον τα τεκμήρια διαβίωσης προσδιορίζουν τεκμαρτό εισόδημα μέχρι 9.500 ευρώ και εφόσον δεν έχει αποκτηθεί ταυτόχρονα και εισόδημα από αγροτική δραστηριότητα, ακίνητα ή τόκους καταθέσεων. Σε κάθε τέτοια περίπτωση και μόνο για τα φορολογικά έτη μέχρι το 2017, τόσο το πραγματικό εισόδημα όσο και η πρόσθετη διαφορά εισοδήματος που μπορεί να προκύψει λόγω της εφαρμογής των τεκμηρίων φορολογούνται με την ευνοϊκή κλίμακα φορολόγησης των εισοδημάτων από μισθούς.

Προκειμένου να αποσαφηνιστούν πλήρως οι φορολογικές διατάξεις για τα «μπλοκάκια», ο διοικητής της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων Γ. Πιτσιλής εξέδωσε και κοινοποίησε σε όλες τις ΔΟΥ και τις λοιπές αρμόδιες υπηρεσίες της Αρχής την υπ’ αριθμόν ΠΟΛ. 1087/2018 εγκύκλιο.

Με την εγκύκλιο αυτή διευκρινίζονται τα εξής:

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις των δύο πρώτων εδαφίων της περίπτωσης στ’ της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 4172/2013 (Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος), εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες βάσει έγγραφων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών ή συμβάσεων έργου, με φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες τα οποία δεν υπερβαίνουν τα τρία ή, εφόσον υπερβαίνουν τον αριθμό αυτόν, ποσοστό 75% του ακαθάριστου εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα προέρχεται από ένα από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που λαμβάνουν τις εν λόγω υπηρεσίες και εφόσον δεν έχει την εμπορική ιδιότητα, ούτε διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση που είναι διαφορετική από την κατοικία του. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που ο φορολογούμενος αποκτά εισόδημα από μισθωτή εργασία.

2. Μεταξύ των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν ούτως ώστε φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα και υποχρεούνται σε τήρηση βιβλίων και στοιχείων από τις κείμενες διατάξεις, να ενταχθούν στην ανωτέρω διάταξη και να φορολογηθούν με την κλίμακα του εισοδήματος από μισθωτή εργασία, είναι η επαγγελματική τους εγκατάσταση να είναι ίδια με την κατοικία τους.

Επίσης, στην ανωτέρω διάταξη υπάγονται, εφόσον βέβαια συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής, οι αμοιβές για συμβουλευτικές υπηρεσίες καθώς και οι αμοιβές που καταβάλλονται εξαιτίας παροχής επαγγελματικών υπηρεσιών στις οποίες προέχει το στοιχείο της συμβουλής ή της επιστημονικής, καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας, δηλαδή επαγγέλματα που με τις καταργηθείσες διατάξεις του προηγούμενου Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994) χαρακτηρίζονταν ως ελευθέρια επαγγέλματα.

3. Η απόκτηση εισοδήματος χωρίς έναρξη δραστηριότητας δεν νομιμοποιείται και ούτε μπορεί να συνδέεται με το πλήθος της πελατείας, τον πραγματοποιούμενο κύκλο εργασιών, τον τρόπο άσκησης του επαγγέλματος π.χ. μέσω internet κ.λπ. Τα προηγούμενα ως θέματα πραγματικά εναπόκεινται στην κρίση και στον έλεγχο της φορολογικής αρχής.

4. Από τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω προκύπτει ότι οι αμοιβές για συμβουλευτικές ή παρόμοιες υπηρεσίες που υπάγονται στις διατάξεις της περίπτωσης στ’ της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 4172/2013, δεν έχουν ευκαιριακό και παρεπόμενο χαρακτήρα καθόσον οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται βάσει έγγραφων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών ή συμβάσεων έργου και συνεπώς η υπαγωγή τους στις εν λόγω διατάξεις προϋποθέτει, πέραν των προϋποθέσεων που ορίζουν οι διατάξεις αυτές, και την προηγούμενη έναρξη επιχειρηματικής δραστηριότητας. Επομένως, στις περιπτώσεις που κατά τη διάρκεια της έγγραφης σύμβασης ένα μέρος των εν λόγω υπηρεσιών που παρέχονται, δεν καλύπτεται από προηγούμενη έναρξη επιχειρηματικής δραστηριότητας, τότε οι αμοιβές που αντιστοιχούν στις υπηρεσίες αυτές που παρέχονται χωρίς έναρξη, δεν υπάγονται στις διατάξεις της περίπτωσης στ’ της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 4172/2013, δηλαδή δεν φορολογούνται με την κλίμακα φόρου των εισοδημάτων από μισθωτή εργασία. Αντίθετα, και υπό την επιφύλαξη των υπόλοιπων προϋποθέσεων που ορίζουν οι εν λόγω διατάξεις, υπάγονται στις διατάξεις αυτές μόνο οι υπόλοιπες αμοιβές που αντιστοιχούν σε εκείνο το διάστημα της έγγραφης σύμβασης κατά το οποίο οι παρεχόμενες υπηρεσίες καλύπτονται από προηγούμενη έναρξη επιχειρηματικής δραστηριότητας.

5. Η απόκτηση, κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους, τυχόν ευκαιριακού εισοδήματος που δεν εντάσσεται στις αμοιβές για συμβουλευτικές ή παρόμοιες υπηρεσίες, δεν επηρεάζει την υπαγωγή στις διατάξεις της περίπτωσης στ’ της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 4172/2013 υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων που εκτέθηκαν πιο πάνω.

Facebook Comments