Λίγοι πιθανώς θυμούνται ακόμη ότι στην αρχή της ελληνικής κρίσης, το 2010, η στάση της γερμανίδας Καγκελαρίου έναντι της χώρας μας είχε εν πολλοίς υπαγορευθεί από τις τοπικές εκλογές στην Γερμανία και κυρίως από την κρίσιμη αναμέτρηση στην Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία. Σήμερα, οκτώ χρόνια μετά, η Ελλάδα κινδυνεύει να γίνει και πάλι θύμα  – διαφορετικών πλέον – εσωπολιτικών προτεραιοτήτων της Καγκελαρίου. 
 
Η Άγγελα Μέρκελ βιώνει τις τελευταίες εβδομάδες την σοβαρότερη κυβερνητική κρίση από το 2005 που ανέλαβε την Καγκελαρία και μάλλον την πλέον επικίνδυνη από την επανένωση της χώρας. Το χειρότερο μάλιστα είναι ότι αυτή τη φορά η ίδια δεν θεωρείται μέρος της λύσης, αλλά του ίδιου του προβλήματος. Μπορεί η οικονομία να ανθεί, η ανεργία να βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, αλλά η προσφυγική της πολιτική έχει πάψει προ πολλού να θεωρείται πλεονέκτημα  – αντιθέτως, επικρίνεται ως επιπόλαιη, απροετοίμαστη και επικίνδυνη. Ο συντηρητικός κυβερνητικός της εταίρος, οι Βαυαροί Χριστιανοκοινωνιστές (CSU) θεωρούν αυτή την πολιτική υπεύθυνη και για την συντριπτική απώλεια δυνάμεων που κατέγραψαν στις τελευταίες εκλογές, το 2017. Για πρώτη φορά το κόμμα έχασε την απόλυτη πλειοψηφία και περιορίστηκε στο 38%. Αν κάτι παρόμοιο συμβεί και στις κρατιδιακές εκλογές το φθινόπωρο, δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί τι θα ακολουθήσει στο εσωτερικό της συμμαχίας τους με τους Χριστιανοδημοκράτες (CDU).
 
Ως υπουργός Εσωτερικών, ο αρχηγός του CSU Χορστ Ζεεχόφερ, είχε αναλάβει την υποχρέωση εκπόνησης ενός «masterplan» για το μεταναστευτικό. Το σχέδιο όμως σκόνταψε στην πρόβλεψη για επαναπροωθήσεις στα γερμανικά σύνορα όσων δεν διαθέτουν έγκυρα έγγραφα και όσων οι αιτήσεις ασύλου έχουν ήδη εξετασθεί και απορριφθεί σε άλλη χώρα της ΕΕ –  ουσιαστικά δηλαδή για άμεση επαναφορά του Κανονισμού του Δουβλίνου.
 
Μέχρι τώρα, ένας μετανάστης που έφθανε στα γερμανικά σύνορα και δήλωνε ότι θέλει να υποβάλει αίτημα χορήγησης ασύλου μπορούσε να μπει στη χώρα και να ακολουθήσει την προβλεπόμενη διαδικασία. Όπως αποδείχθηκε όμως, πολλοί από εκείνους που τελικά δεν έπαιρναν άσυλο απλώς «χάνονταν» στο δαιδαλώδες σύστημα καταγραφής και, ακόμη χειρότερα, κάποιοι «επανεμφανίζονταν» με παραβατική συμπεριφορά – σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και εγκληματική.  Τραγικά παραδείγματα οι βιασμοί και οι δολοφονίες νεαρών Γερμανίδων από μετανάστες, των οποίων οι αιτήσεις ασύλου συχνά είχαν απορριφθεί μήνες πριν τα περιστατικά.
 
Το σοκ της γερμανικής κοινής γνώμης από την αποκάλυψη τέτοιων εγκλημάτων – αν και οι αριθμοί δείχνουν ότι η παραβατικότητα των ξένων δεν ξεπερνά το 34% του συνόλου – δεν βοηθά βεβαίως την προσφυγική πολιτική της κυρίας Μέρκελ. Όπως δεν την βοηθά και η αποκάλυψη του σκανδάλου της Υπηρεσίας Ασύλου και Μετανάστευσης (BAMF), για υπαλλήλους οι οποίοι, σε συνεργασία με δικηγόρους, είχαν στήσει «βιομηχανία» χορήγησης ασύλου, ακόμη και σε άτομα των οποίων το αίτημα είχε ήδη απορριφθεί σε άλλο κρατίδιο. Το εκρηκτικό μίγμα, προεκλογικής περιόδου στην Βαυαρία, κοινωνικών προβλημάτων και παραβιάσεων της νομοθεσίας διευκολύνει τον κ. Ζεεχόφερ να επιχειρήσει ακόμη και εκβιασμό προς την Καγκελάριο, στην οποία «παραχώρησε» προθεσμία ως το τέλος του μήνα για να εξασφαλίσει την ευρύτερη δυνατή στήριξη από τους ευρωπαίους εταίρους της.
 
Η ίδια επιμένει ότι επιθυμεί μόνο «ευρωπαϊκές λύσεις, όχι μονομερείς και όχι σε βάρων των άλλων». Αντιλαμβανόμενη δε την δυσκολία του εγχειρήματος, η Καγκελάριος προσπαθεί – έστω με διακυβερνητικές συμφωνίες με άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε – να εξασφαλίσει την δυνατότητα να επαναπροωθεί μετανάστες στην «πύλη εισόδου» τους στην Ένωση, η οποία τις περισσότερες φορές είναι βεβαίως η Ελλάδα και η Ιταλία. Στην προσπάθεια αυτή συζητούνται ακόμη και οικονομικά ανταλλάγματα, προκειμένου οι χώρες που θα δεχθούν την μεγαλύτερη επιβάρυνση να υποχωρήσουν. Σε περίπτωση αποτυχίας της Καγκελαρίου, ο κ. Ζεεχόφερ ετοιμάζεται να δώσει εντολή στην ομοσπονδιακή Αστυνομία να αναλάβει δράση στα σύνορα. Αν τελικά πραγματοποιήσει την απειλή του, μάλλον δεν θα αφήσει στην κυρία Μέρκελ άλλη επιλογή από το να τον…παραιτήσει, ανοίγοντας ταυτόχρονα και τη πόρτα σε μια άνευ προηγουμένου κρίση, με απρόβλεπτες συνέπειες. 
 
Όλο αυτό το πλέγμα σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται ευνοϊκό για την Ελλάδα. Η ένταση στις Κοινοβουλευτικές Ομάδες των κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση δεν επιτρέπει άλλη επιβάρυνση. Επιπλέον, η Ελλάδα θα κληθεί κατά πάσα πιθανότητα να σηκώσει κι άλλο βάρος στην προσφυγική κρίση, το οποίο είναι βέβαιο ότι στην πραγματικότητα δεν αντέχει. Αλλά η αποσταθεροποίηση της κυρίας Μέρκελ μάλλον δεν εξυπηρετεί κανέναν. Οι Σοσιαλδημοκράτες δεν έχουν να περιμένουν πολύ πάνω από το 16% που τους δίνουν αυτή την εποχή οι δημοσκοπήσεις, ενώ ακόμη και οι Βαυαροί Χριστιανοκοινωνιστές που προκάλεσαν την αναταραχή θα χρεωθούν πιθανότατα την ευθύνη για την αποσταθεροποίηση. Κέρδη έχει να περιμένει μόνο η ακροδεξιά «Εναλλακτική για την Γερμανία» (AfD), η οποία ανυπομονεί να αποδείξει στους Γερμανούς ότι τα παραδοσιακά κόμματα είναι πλέον ανεπαρκή και ακατάλληλα. 
 
Ακόμη και αν αυτή η κρίση τελικά διευθετηθεί, η κυβέρνηση, η οποία χρειάστηκε περίπου έξι μήνες για να σχηματιστεί, δεν θα είναι ποτέ πια η ίδια. Η σχέση εμπιστοσύνης έχει διαρραγεί σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Πρωθυπουργός της Βαυαρίας Μάρκους Σέντερ να κατηγορήσει την Καγκελάριο ότι «πούλησε» στον Εμανουέλ Μακρόν την συγκατάθεση της για προϋπολογισμό της Ευρωζώνης, προκειμένου να εξασφαλίσει την στήριξή του στο μεταναστευτικό.
 
Γενικότερα, τα όσα ανταλλάσσονται τις τελευταίες ημέρες μεταξύ στελεχών του CDU και του CSU κάθε άλλο παρά συνεργάτες σε αρμονική συνύπαρξη θυμίζουν. Ο λαϊκισμός, η αποτυχία και η παρακμή των παραδοσιακών κομμάτων φθάνει όπως φαίνεται και στην Γερμανία. Με καθυστέρηση, ομολογουμένως, διότι έλειπε η συνηθέστερη αιτία, η οικονομική ένδεια. Αργά ή γρήγορα όμως η Γερμανία φαίνεται να εισέρχεται σε μια πολιτική κρίση η οποία μπορεί να προκαλεί κάποια  – ενδεχομένως δικαιολογημένα – χαμόγελα ικανοποίησης στις χώρες του Νότου, αλλά στην πραγματικότητα μπορεί μόνο να ζημιώσει τα ευρωπαϊκά – και μαζί τα ελληνικά –  συμφέροντα.

Facebook Comments