'

Το αριστερό «δόγμα του Σοκ» και τα οικονομικά αδιέξοδα

Λοβέρδος Γιάννης

Το αριστερό «δόγμα του Σοκ» και τα οικονομικά αδιέξοδα, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα, τηλεοραση, live tv, live streaming, web tv

Η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ δεν έχει ορίζοντα μεγαλύτερο από αυτό των εκλογών. Στην πραγματικότητα δεν μιλάμε για οικονομική πολιτική αλλά αποκλειστικά προεκλογική πολιτική, που αποσκοπεί στα πρόσκαιρα εκλογικά οφέλη για τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα και το κόμμα του. Οι στόχοι το Μαξίμου είναι πλέον σαφείς. Κατ’ αρχήν να αυξήσει την εκλογική του επιρροή ο ΣΥΡΙΖΑ και να διατηρηθεί, ως κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σε επίπεδα γύρω από το 25%, έτσι ώστε να μπορεί να καταστεί οριστικά το δεύτερο κόμμα του δικομματικού μας συστήματος, έχοντας αντικαταστήσει πλέον οριστικά το ΠΑΣΟΚ ως ο έτερος πόλος της ΝΔ. Και ο δεύτερος στόχος είναι να μειώσει τη διαφορά από τη ΝΔ, που ουδείς πλέον αμφισβητεί ότι θα είναι ο νικητής των επομένων εκλογών, ούτως ώστε να μην έχει την αυτοδυναμία και να μην μπορεί μαζί με το ΚΙΝΑΛ να συγκεντρώνει τους 180 βουλευτές, που χρειάζονται για την εκλογή προέδρου της Δημοκρατίας. Με σκοπό να πραγματοποιηθούν το ταχύτερο δυνατόν οι μεθεπόμενες εκλογές, πιθανότατα εντός του 2020, με το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής.

Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι ο στόχος αυτός του Μαξίμου είναι θεμιτός, να θέλει να έχει το καλύτερο δυνατόν αποτέλεσμα στις εκλογές. Αλλά αυτό που δεν είναι θεμιτό, είναι να γίνεται με κάθε δυνατόν τίμημα για την οικονομία και τη χώρα μας. Είναι σαφές πλέον, μετά το «πράσινο φως» που πήρε από τους δανειστές, η κυβέρνηση Τσίπρα έχει αποφασίσει να διανείμει σε επιδόματα και μερίσματα το (μη υπαρκτό) υπερπλεόνασμα, υπονομευόντας το μέλλον της αγοράς, των επιχειρήσεων και της οικονομίας. Καθώς το δήθεν «υπερπλεόνασμα», προέρχεται αποκλειστικά και μόνον  από την μείωση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, που έχει ουσιαστικά εξανεμισθεί, από την μη πληρωμή των υποχρεώσεων του ελληνικού δημοσίου προς τους προμηθευτές του, από την υπερφορολόγηση των πολιτών και των επιχειρήσεων, από τις τρομακτικές κατασχέσεις όσων χρωστούν στο Δημόσιο και από τις φορολογικές ρυθμίσεις. Όλα αυτά σε μια εποχή κατά την οποίαν η δυναμική της οικονομίας είναι σχεδόν ανύπαρκτη, με την εξαίρεση του τουρισμού, που διέσωσε την παρτίδα κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου. Κανένας άλλος τομέας δεν δείχνει να αποδίδει. Και μπορεί οι Ευρωπαίοι να αποδέχονται να μην περικοπεί η προσωπική διαφορά από τις συντάξεις, προφανώς διότι έχουν πολύ σοβαρότερα προβλήματα να απασχοληθούν, όπως η Ιταλία κι η Βρετανία, αλλά η πορεία και των δημοσιονομικών μεγεθών αλλά κυρίως της πραγματικής οικονομίας είναι στα όρια της εκτροπής.

Τα πραγματικά δεδομένα είναι άκρως απογοητευτικά. Χτες διαπιστώσαμε ότι μέσα σε μια βδομάδα, η χρηματιστηριακή αξία των τραπεζών Πειραιώς, Εθνική και Eurobank μειώθηκε κατά 20% κι είναι κάτω του 1 δις ευρώ συνολικά.  Μιλάμε δηλαδή για εφιαλτική κατάσταση. Οι τράπεζες με τα «κόκκινα δάνεια», που προσεγγίζουν τα 100 δις, έχουν χρηματιστηριακή αξία στο 1 δις. Ουσιαστικά είναι σαν να μην υπάρχουν, και προφανώς δεν μπορούν να ασκήσουν το τραπεζικό τους έργο ως απαραίτητος μοχλός ανάπτυξης της οικονομίας.

Συγχρόνως, τα στοιχεία των απολύσεων, που ανακοίνωσε η Εργάνη, με ρεκόρο απολύσεων στις 120 χιλιάδες τον μήνα Οκτώβριο, καταρρίπτουν τον μύθο της ανάκαμψης της αγοράς εργασίας με τον πιο καθοριστικό τρόπο. Δεν υπήρξε πραγματική μείωση της ανεργίας. Υπήρξε απλώς περιστασιακή αύξηση της εποχιακής εργασίας στην τουριστική περίοδο. Και μόλις η τουριστική περίοδος έληξε οι άνθρωποι αυτοί απολύθηκαν, μοιραία, διαπιστώθηκε ότι η μείωση της ανεργίας δεν ήταν πραγματική κι ουσιαστική. Αντίθετα, η ποιότητα των θέσεων εργασίας είναι χαμηλού επιπέδου. Αφού δεν υπάρχει ουσιαστική βελτίωση της επιχειρηματικότητας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, δεν μπορεί να υπάρξει κι ανάλογη αύξηση του επιπέδου της εργασίας, που είναι απαραίτητο για την χρηματοδότηση του Δημοσίου και των συντάξεων.

Υπό τις συνθήκες αυτές είναι προφανές ότι θα χρειαζόταν μια άλλη οικονομική πολιτική για να μπορέσει να αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία τις προκλήσεις της εποχής, που γίνονται συνεχώς επαχθέστερες όπως η διεθνής εμπειρία καταδεικνύει. Είναι προφανές επίσης ότι σε διεθνές επίπεδο, μετά και την δραματική αύξηση των τιμών των καυσίμων, που έχουν ήδη προκαλέσει αναστάτωση σε χώρες όπως η Γαλλία, έρχεται θύελλα. Κι ενώπιον αυτής της θύελλας, η Ελλάδα είναι απροστάτευτη εξαιτίας της κυβερνητικής ανευθυνότητας κι επιπολαιότητας, που το μόνο που ασχολείται είναι πώς θα μοιράσει επιδόματα κι υποσχέσεις για ψηφοθηρικούς λόγους.