Θερμό καλοκαίρι (και) για τα ελληνικά εταιρικά ομόλογα

Κούρταλη Ελευθερία

Θερμό καλοκαίρι (και) για τα ελληνικά εταιρικά ομόλογα, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα, τηλεοραση, live tv, live streaming, web tv

Η πανδημία η οποία «χτύπησε» τις διεθνείς αγορές στα τέλη Φεβρουαρίου, πάγωσε τα σχέδια των ελληνικών εισηγμένων για εκδόσεις ομολόγων ενώ προκάλεσε ισχυρές πιέσεις στην αγορά εταιρικού χρέους, στέλνοντας τις τιμές των τίτλων πολύ χαμηλότερα της ονομαστικής τους αξίας και εκτοξεύοντας τις αποδόσεις τους. Η επιστροφή του Ελληνικού Δημοσίου στις αγορές με δύο εκδόσεις εν μέσω αυτής της κρίσης και η βουτιά των ελληνικών αποδόσεων, λειτούργησε καταλυτικά αλλάζονται εντελώς το παιχνίδι για τις εισηγμένες.

Το ράλι που καταγράφουν τα ελληνικά κρατικά ομόλογα από το 4% που είχε αγγίξει η απόδοση του 10ετούς στις 18 Μαρτίου και πριν τις ανακοινώσεις της ΕΚΤ, έως το 1,14% που διαμορφώνεται σήμερα, περιορίζοντας το κόστος δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου κατά 72%, σε συνδυασμό με τις νέες εκδόσεις ελληνικού χρέους στις οποίες προχώρησε ο ΟΔΔΗΧ εν μέσω πανδημίας, λειτούργησε θετικά για τα εταιρικά ομόλογα.  Οι πιέσεις που είχαν δεχθεί το προηγούμενο διάστημα έχουν περιοριστεί σημαντικά, ενώ άνοιξε την όρεξη για νέες εταιρικές εκδόσεις όπως αυτές των ΓΕΚ Τέρνα, Τιτάν και Lamda Development, με τις εισηγμένες να «διεκδικούν» και πάλι χαμηλά επιτόκια.

Όπως σημειώνει σε έκθεσή της και η Τράπεζα της Ελλάδος, η εκδήλωση της αναταραχής στις διεθνείς αγορές επηρέασε ιδιαίτερα τις εκδόσεις εταιρικών ομολόγων, με αποτέλεσμα την άνοδο των αποδόσεών τους. Σε συνδυασμό με τις υποβαθμίσεις του αξιόχρεου πολλών επιχειρήσεων και σε μεγάλο εύρος οικονομιών ουσιαστικά η αναταραχή στις αγορές είχε ως επίκεντρο το χρέος των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων. Έτσι, όπως και στην περίπτωση των κρατικών ομολόγων, η άνοδος των αποδόσεων ήταν μεγαλύτερη για ομόλογα με χαμηλότερη πιστοληπτική διαβάθμιση, με αποτέλεσμα τη μεγάλη άνοδο της μεσοσταθμικής απόδοσης των ομολόγων που έχουν εκδοθεί από ελληνικές μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.

Η μεσοσταθμική απόδοση των εταιρικών ομολόγων που έχουν εκδώσει ελληνικές επιχειρήσεις σε διεθνείς αγορές, από τα ιστορικά χαμηλά επίπεδα πλησίον του 1% όπου βρισκόταν όταν εκδηλώθηκε η αναταραχή στις αγορές, έφθασε στο 5,83% στις 19 Μαρτίου, ενώ έκτοτε έχει υποχωρήσει κατά περίπου 340 μονάδες βάσης.

Με λίγα λόγια, το κόστος δανεισμού των ελληνικών εισηγμένων από το ξέσπασμα της κρίσης που προκάλεσε η πανδημία - όπως αυτό αποτυπώνεται στις αποδόσεις των ομολόγων τους που διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αθηνών και στις διεθνείς αγορές - έχει υποχωρήσει ακόμα και πάνω του 70%. Μέσα σε περίπου τρεισήμισι μήνες οι εταιρικοί τίτλοι έχουν καταφέρει να περιορίσουν σημαντικά την ζημιά που προκάλεσε το διεθνές sell-off το οποίο εκτόξευσε τις αποδόσεις τους στα ύψη και «γονάτισε» τις τιμές τους.

Όπως σχολιάζει ο Ηλίας Ζαχαράκης της Fast Finance, η συμμετοχή της χώρας στο νέο QE της ΕΚΤ (PEPP) και η πτώση των επιτοκίων επηρεάζουν σημαντικά τις αποτιμήσεις των εταιρειών. Αν αναλογιστεί κάποιος ότι το 2015-2016 η χώρα δεν είχε πρόσβαση στις αγορές ενώ το 2017 που άρχισαν οι εταιρικές εκδόσεις στις μεγάλες εταιρίες τα επιτόκια ήταν 4,5-5,50%, μπορούμε να καταλάβουμε την διαφορά με το σήμερα. Οι εκδόσεις των μεγάλων εταιρειών φαίνεται να έχουν κερδίσει 2-3 μονάδες τα τελευταία χρόνια έχοντας την πολυτέλεια να αποπληρώνουν τα παλαιά ομόλογα τους και να εκδίδουν καινούργια με χαμηλότερο επιτόκια όπως έκανε πρόσφατα οι ΟΠΑΠ, Μυτιληναίος και Γερμανός (Sunlight).

Για παράδειγμα τώρα, μια εταιρεία που έχει δανεισμό 1 δισ. ευρώ  και πριν λίγα χρόνια είχε κόστος από τόκους 45 εκατομμύρια αν σήμερα έχει καταφέρει να κατεβάσει το κόστος στα μισά έχει όφελος 22,5 εκατομμύρια ευρώ.  Μόνο αυτό σαν δεδομένο αλλάζει από μόνο του μία αποτίμηση που μαζί με την πρόσβαση σε νέο χρήμα δίνει  δυνατότητα για μεγαλύτερη ανάπτυξη. Όλα τα προηγούμενα χρόνια ή δεν υπήρχε πρόσβαση ή η πρόσβαση ήταν ασύμφορη για νέες επενδύσεις. Το τελευταίο διάστημα δίνεται η δυνατότητα οι μεγάλες προς το παρόν εταιρίες να μπορούν να έχουν πρόσβαση αλλά και να ανταγωνιστούν με καλύτερους όρους άλλες ευρωπαϊκές εταιρείες.

Η εικόνα της αγοράς

Τα εταιρικά ομόλογα που διαπραγματεύονται στο Χ.Α έχουν σημειώσει από τον Μάρτιο σημαντική βελτίωση με τις αποδόσεις τους να καταγράφουν ισχυρή βουτιά. Ενδεικτικά, το ομόλογο της Housemarket είχε απόδοση 7,8% στην κορυφή του sell-off ενώ σήμερα έχει υποχωρήσει κατά 66% στο 2,63%. Πτώση 52% σημειώνει η απόδοση του ομολόγου της Attica Holding στο 7,13% από 14,96%, ο τίτλος της B&F έχει δει την απόδοσή του να υποχωρεί κατά 45% στο 7,7% από 13,9%,  ισχυρή πτώση 43% έχει σημειώσει η απόδοση του ομολόγου της Aegean και στο 5,54% από 9,74% τον Μάρτιο, το ομόλογο της Τέρνα Ενεργειακή έχει επίσης δει ισχυρή ζήτηση αφού η απόδοσή του έχει υποχωρήσει κατά 36% και στο 2,6% από 4,08%, ενώ πτώση κατά 42% σημειώνει η απόδοση του ομολόγου της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ (λήξης 2025) και φτάνει το 3,12% (από 5,42%).

Ανάλογες είναι και οι επιδόσεις των ελληνικών εταιρικών ομολόγων που διαπραγματεύονται στις διεθνείς αγορές. Για παράδειγμα, το ομόλογο της Τιτάν (λήξη 2024) έχει δει την απόδοσή του να βυθίζεται κατά 73%, πτώση της τάξης του 68% σημειώνουν οι αποδόσεις των τίτλων του ΟΤΕ, των ΕΛΠΕ και της Μυτιληναίος, στο μισό έχει υποχωρήσει το επιτόκιο στο ομόλογο της Coca Cola, ενώ περισσότερο από 20% υποχωρεί η απόδοση του πράσινου ομολόγου υψηλής απόδοσης της Ελλάκτωρ και στο 10,7% από 13,7%.

Συνολικά, η ακαθάριστη αξία των τίτλων που έχουν εκδοθεί από ελληνικές μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις μέσω θυγατρικών τους σε διεθνείς αγορές από το 2013 έως σήμερα ανέρχεται σε 10,1 δισ. ευρώ, ενώ η καθαρή αξία των εκδόσεων, εφόσον συνυπολογιστούν οι νέες εκδόσεις, οι λήξεις και οι αποπληρωμές πριν από τη λήξη, ανέρχεται σε περίπου 5,5 δισ. ευρώ. Όσον αφορά την εγχώρια αγορά, από την έναρξη λειτουργίας της το 2017 μέχρι και το τέλος του 2019 έχουν πραγματοποιηθεί εκδόσεις ομολόγων από ελληνικές μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις συνολικού ύψους περίπου 1,4 δισ. ευρώ, ενώ το 2020 έως τώρα και μετά τις εκδόσεις των ΓΕΚ Τέρνα και Τιτάν έχουν αντληθεί 750 εκατ. ευρώ.