Η εισφορά αλληλεγγύης και ο συμπληρωματικός ΕΝΦΙΑ στο «μικροσκόπιο» της Επιτροπής Πισσαρίδη

MarketNews

Η εισφορά αλληλεγγύης και ο συμπληρωματικός ΕΝΦΙΑ στο «μικροσκόπιο» της Επιτροπής Πισσαρίδη, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα, τηλεοραση, live tv, live streaming, web tv

Υπαρκτό, αλλά σχετικά μικρό, είναι, σύμφωνα με την επιτροπή Πισσαρίδη το περιθώριο μείωσης των φορολογικών εσόδων ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά την επόμενη πενταετία, συστήνοντας την αλλαγή της δομής των φόρων, ώστε να μειωθούν οι στρεβλώσεις και τα αντικίνητρα στην εξωστρεφή επιχειρηματικότητα.

Πιο αναλυτικά, όπως προκύπτει από το προσχέδιο για την Ανάπτυξη της Ελληνικής Οικονομίας, απαιτείται η φορολογία να γίνει περισσότερο συμβατή με υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης μεσοπρόθεσμα, μέσω ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης της οικονομίας. «Η φορολογική βάση στη φορολογία εισοδήματος παραμένει περιορισμένη, επικεντρωμένη στη μισθωτή εργασία, με αποτέλεσμα η επιβάρυνση των υψηλών συντελεστών φορολογίας και εισφορών να είναι ασύμμετρα μεγάλη για μικρό μέρος του πληθυσμού», επισημαίνεται χαρακτηριστικά και προστίθεται: «Επιπλέον, η εντόπιση φορολογητέας ύλης δυσκολεύεται με την εξάπλωση υπηρεσιών, που διεξάγονται μέσα από ψηφιακές πλατφόρμες (gig economy) και, επομένως, απαιτείται οι φορολογικές αρχές να συντηρούν συνεχώς υψηλό επίπεδο τεχνολογιών και τεχνογνωσίας προς αποφυγή της περαιτέρω διάβρωσης της φορολογικής βάσης».

Σύμφωνα με την επιτροπή, εκτός από τη δημοσιονομική σταθερότητα και την κοινωνική προστασία, βασική αρχή, που πρέπει να επιδιωχθεί εφεξής, είναι η ενίσχυση της παραγωγικότητας και της εξωστρέφειας της οικονομίας. «Η υπέρμετρη επιβάρυνση της μισθωτής εργασίας από φόρους και εισφορές, ειδικά στη μεσαία εισοδηματική κλίμακα, έχει αρνητικές συνέπειες στην ανταγωνιστικότητα, την παραμονή εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού στη χώρα και τα κίνητρα για επίσημη εργασία. Μειώνει τα κίνητρα για παραγωγή, εξωθεί εργαζόμενους στην παραοικονομία ή στην αλλοδαπή και καθυστερεί τη στροφή της οικονομίας προς την εξωστρέφεια», εξηγεί και συνεχίζει: «Οι ισχύοντες οριακοί συντελεστές, συμπεριλαμβανομένης και της εισφοράς αλληλεγγύης, είναι ιδιαίτερα υψηλοί και εμφανίζουν πολύ έντονη προοδευτικότητα ήδη από μεσαία εισοδήματα. Η υψηλή φορολόγηση αποθαρρύνει τη δημιουργία θέσεων εργασίας για εργαζόμενους με ιδιαίτερες δεξιότητες, καθώς και τις αντίστοιχες επενδύσεις, που, όμως, χρειάζεται η χώρα να προσελκύσει, για να επιτύχει ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης».

Στο πλαίσιο αυτό, προκρίνονται μία σειρά από ειδικότερες παρεμβάσεις, ήτοι:

  • Ελάφρυνση του βάρους στη μισθωτή εργασία. Υπερβολικά μεγάλο μέρος της εργασίας αφορά αυτοαπασχόληση, άτυπους τομείς της οικονομίας και εργασία με χαμηλά δηλωμένα εισοδήματα, που εξαιρούνται από τη φορολογία, ενώ η φορολογική σφήνα (tax wedge) για εισοδήματα πάνω από τα χαμηλότερα είναι εξαιρετικά υψηλή. «Το κόστος αυτής της στρέβλωσης είναι σημαντικό, διότι ο άτυπος τομέας δεν προσανατολίζεται γενικά στις εξαγωγές (εκτός όταν αφορά σε τουριστικές ή διασυνδεδεμένες υπηρεσίες εμπορίου) και συγχρόνως παγιδεύει εργατικό δυναμικό, που θα μπορούσε να διοχετευθεί προς τον πιο δυναμικό και εξαγωγικό τομέα», υπογραμμίζεται.
  • Δεδομένης της προτεραιότητας, που πρέπει να δοθεί για μείωση της επιβάρυνσης της εργασίας, ενδεχόμενη μείωση των φόρων στην κατανάλωση (και ειδικότερα στον ΦΠΑ και στην περιουσία), δεν κρίνεται ως εξίσου σημαντική προτεραιότητα.
  • Η σχετική μετατόπιση του βάρους από την εργασία στην κατανάλωση θα πρέπει, επίσης, να συνδυαστεί με συστηματική ενίσχυση της υποστήριξης των αδύναμων νοικοκυριών με κατάλληλα επιδόματα στη χαμηλόμισθη εργασία, καθώς και κάποιο εγγυημένο ελάχιστο εισόδημα (φορολογήσιμο).
  • Ο φόροι στην ακίνητη περιουσία πρέπει να εξορθολογιστούν, να ενοποιηθούν και να περάσουν σε τοπικό επίπεδο. Η κατάργηση του «συμπληρωματικού φόρου» για τους ιδιώτες θα μειώσει τις στρεβλώσεις και θα ενισχύσει την αγορά ακινήτων. Είναι σημαντική η λειτουργία μιας αξιόπιστης και ανεξάρτητης αρχής για τον καθορισμό των αντικειμενικών αξιών ακινήτων, που θα πρέπει να εναρμονίζονται με τις πραγματικές αξίες της αγοράς.
  • Ειδικοί περιβαλλοντικοί φόροι μπορεί, επίσης, να έχουν σταδιακά υψηλότερο μερίδιο στο μείγμα των εσόδων. Είναι σημαντικό οι περιβαλλοντικοί φόροι είτε να αντικαθιστούν με διαφάνεια υπάρχοντες φόρους είτε να επιστρέφονται εξ’ ολοκλήρου στους φορολογούμενους ως εμφανής μείωση φόρου εισοδήματος.
  • Σημαντική προϋπόθεση για τη διατήρηση των εσόδων στο απαραίτητο επίπεδο με ταυτόχρονη ενίσχυση της παραγωγικής βάσης είναι η διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Σε αυτό θα συμβάλλει η κατάλληλη χρήση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και άλλων μέσων, που ενισχύουν τη διαφάνεια και δημιουργούν τα κίνητρα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις να κινηθούν στην τυπική και όχι στην άτυπη οικονομία. Σε δραστηριότητες, που εμφανίζουν υψηλά επίπεδα φοροδιαφυγής, μπορεί να εφαρμοστούν στοχευμένες πολιτικές μειωμένων φορολογικών συντελεστών, προκειμένου να περιοριστεί το ανταγωνιστικό - φορολογικό πλεονέκτημα όσων δραστηριοποιούνται στην άτυπη οικονομία. «Η ισχυρή άνοδος των ηλεκτρονικών πληρωμών συνέβαλε στην άνοδο των εισπράξεων από ΦΠΑ, υπάρχουν, ωστόσο, ακόμα σημαντικά περιθώρια για περαιτέρω ενίσχυση, καθώς η Ελλάδα παραμένει πολύ χαμηλά στην κατάταξη με βάση την αξία συναλλαγών με κάρτες ως ποσοστό της ιδιωτικής κατανάλωσης (4η χαμηλότερη στην ΕΕ με 18,4%, έναντι 36,7% κατά μέσο όρο στην ΕΕ το 2018, με βάση στοιχεία από την ΕΚΤ). Το ισχύον πλαίσιο μπορεί να ενισχυθεί εάν τα κίνητρα γίνουν θετικά (δηλαδή μέσω επιβράβευσης) και στοχευμένα (σε επαγγέλματα ή αγορές, όπου υπάρχει μεγαλύτερη φοροδιαφυγή), τονίζεται χαρακτηριστικά.

Αγγελική Βελεσιώτη