«Το τέλος της δημοσιονομικής αυταπάτης»

Κούρταλη Ελευθερία

«Το τέλος της δημοσιονομικής αυταπάτης», ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα, τηλεοραση, live tv, live streaming, web tv

Μπορεί η αγορά να αναμένει ευρέως ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αποφασίσει να συνεχίσει αν στηρίζει τα ελληνικά ομόλογα και μετά το τέλος του έκτακτου προγράμματος PEPP, είτε εφαρμόζοντας ανάλογη «ευελιξία« στο κλασσικό πρόγραμμα QE είτε ενεργοποιώντας έναν νέο ειδικό φάκελο ο οποίος θα συνοδεύει το QE - παρόμοιο αλλά μικρότερο σε μέγεθος με αυτό του PEPP, το γεγονός ωστόσο παραμένει πως πολύ σύντομα η ομαλοποίηση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ θα έρθει, έστω και αν καθυστερήσει σε σχέση με την Fed η οποία ήδη ξεκινήσει το tapering και οδεύει προς το τέλος του QE και την αρχή των αυξήσεων των επιτοκίων. Άλλωστε οι επενδυτές προεξοφλούν και πάλι αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ από το 2022 - κόντρα στις δηλώσεις της Κριστίν Λαγκάρντ ότι κάτι τέτοιο δεν είναι πολύ πιθανό - μετά τα στοιχεία για πληθωρισμό στις ΗΠΑ τον Οκτώβριο ο οποίος εκτοξεύθηκε στο 6,2% και στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 31 ετών.

Ναι, είναι γεγονός πως η συμμετοχή της Ελλάδας στην μετά PEPP ποσοτική χαλάρωση, αποτελεί σημαντικό καταλύτη για τη χώρα και ειδικά τα ελληνικά ομόλογα – τα οποία και αντικατοπτρίζουν ουσιαστικά το κόστος δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου. Άλλωστε αυτό το έδειξε και η JP Morgan ξεκάθαρα σε πρόσφατη έκθεσή της. Όπως τόνισε, είναι θετική για τα ελληνικά ομόλογα, καθώς εκτιμά πως η ΕΚΤ θα αποφασίσει τη συνέχιση της στήριξής τους, ενώ εμφανίζεται αισιόδοξη για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και έτσι ανοίγει νέες long θέσεις στους 10ετείς κρατικούς τίτλους. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της τράπεζας, η ΕΚΤ θα ανακοινώσει έτσι έναν νέο έκτακτο «φάκελο» μετά το PEPP ύψους 200-250 δισ. ευρώ που θα «τρέξει» για ένα έτος παράλληλα με το κλασικό QE, το APP.  Τα ελληνικά ομόλογα αναμένεται να συμπεριληφθούν σε αυτό το νέο πρόγραμμα.

Πέραν όμως αυτού του βραχυπρόθεσμου καταλύτη, η ομαλοποίηση της πολιτικής της ΕΚΤ η οποία αργά ή γρήγορα – μάλλον γρήγορα - θα έλθει, θα «εκθέσει« ουσιαστικά τις χώρες τις οποίες και στήριξε το περισσότερο. Σίγουρα η επιστροφή της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα στο μεσοδιάστημα, θα μπορέσει να αντισταθμίσει κάποιες πιέσεις και να ενεργοποιήσει το ενδιαφέρον συγκεκριμένων επενδυτών, ωστόσο η νέα πραγματικότητα θα είναι αυτή του τέλους του QE και των αυξήσεων των επιτοκίων.

Αυτό το θέμα το ανέλυσε σε μία πραγματικά «αποκαλυπτική» έκθεση το Διεθνές Χρηματοπιστωτικό Ινστιτούτο - IIF, μιλώντας για το τέλος της «δημοσιονομικής αυταπάτης». Όπως προειδοποιεί, η «μεγάλη δημοσιονομική αυταπάτη», ότι δηλαδή οι χαμηλές αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έδιναν τη λανθασμένη εντύπωση πως υπάρχουν άφθονα δημοσιονομικά περιθώρια, πλησιάζει στο τέλος της, καθώς τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης των κεντρικών τραπεζών σιγά σιγά ολοκληρώνονται.

Το Ινστιτούτο κάνει ειδική αναφορά στο έκτακτο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και στις επιπτώσεις που έχει προκαλέσει στα ελληνικά και στα ιταλικά ομόλογα, τονίζοντας ότι οι χαμηλές αποδόσεις τους δεν αποτυπώνουν στην πραγματικότητα την υψηλή επενδυτική ζήτηση ή την ελκυστικότητα των τίτλων και των προοπτικών των δύο χωρών, αλλά οφείλονται αποκλειστικά στις αγορές ομολόγων από την ΕΚΤ.

Η ΕΚΤ, όπως επισημαίνει το IIF, απορρόφησε το 100% των εκδόσεων ομολόγων που έκαναν το 2020 οι χώρες της περιφέρειας, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία, οδηγώντας σε βουτιά τις αποδόσεις τους, τη στιγμή που στην πραγματικότητα οι ξένοι επενδυτές εκμεταλλεύθηκαν ακριβώς αυτό, το QE, για να πουλήσουν τις θέσεις που είχαν αποκτήσει στα ελληνικά και ιταλικά ομόλογα.

Οι αγορές ωστόσο έχουν αρχίσει πλέον να «επιτίθενται» στην Ιταλία και στην Ελλάδα, καθώς οι εκτιμήσεις ότι το QE θα μειωθεί (tapering) αυξάνονται, τονίζει το IIF, με τα spreads των δύο χωρών έναντι της Γερμανίας να έχουν αυξηθεί σημαντικά το τελευταίο διάστημα.

Πράγματι, η απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου άγγιξε ακόμη και το 1,34% τις προηγούμενες ημέρες – ουσιαστικά επιστρέφοντας στα επίπεδα πριν από την πανδημία και την ενεργοποίηση του έκτακτου QE της ΕΚΤ, σβήνοντας έτσι τις θετικές του επιπτώσεις, ενώ μόλις τον Αύγουστο βρισκόταν στο 0,53% και σε ιστορικά χαμηλά. Ανάλογη ήταν και η εικόνα στα ιταλικά ομόλογα, με την απόδοση του 10ετούς να φτάνει το 1,3%, από 0,53% τον Αύγουστο.

Η διαδικασία ομαλοποίησης της πολιτικής θα αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολη για την ΕΚΤ, προειδοποιεί το IIF, δεδομένου ότι η πιθανότητα σημαντικής εκτόξευσης των αποδόσεων των ιταλικών και ελληνικών ομολόγων ως συνέπεια είναι υπαρκτή και η συνακόλουθη σύσφιγξη των χρηματοοικονομικών συνθηκών θα ήταν εξαιρετικά ανεπιθύμητη. Η ασθενής εικόνα της ζήτησης των επενδυτών –πέρα από τις αγορές από την ΕΚΤ– είναι ανησυχητική, όπως επισημαίνει το Ινστιτούτο, ειδικά για την Ιταλία και την Ελλάδα, όπου οι ξένοι επενδυτές χρησιμοποίησαν το QE της ΕΚΤ ως ευκαιρία για να πουλήσουν τις θέσεις τους σε κρατικά ομόλογα σε ελκυστικές τιμές.

Για να καταλήξει στα παραπάνω συμπεράσματα, το Ινστιτούτο χρησιμοποίησε δεδομένα ροών κεφαλαίων για να συγκεντρώσει όλες τις εκδόσεις χρέους του 2020 στις χώρες του G10. Η ανάλυση αφορά τόσο την έκδοση εντόκων γραμματίων όσο και τις εκδόσεις μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων ομολόγων.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι συνθήκες στις ΗΠΑ και στον Καναδά φαίνονται σχετικά ευνοϊκές παρά τις μεγάλες εκδόσεις χρέους, καθώς η ζήτηση ιδιωτών επενδυτών απορρόφησε το 40% των εκδόσεων. Αντίθετα, το QE της ΕΚΤ χρηματοδότησε το μεγαλύτερο μέρος των εκδόσεων χρέους της περιφέρειας της Ευρωζώνης, αφήνοντας έτσι αυτές τις χώρες ευάλωτες στη μείωση του ρυθμού αγορών ομολόγων από τις κεντρικές τράπεζες, αφού οι ξένοι επενδυτές εκμεταλλεύθηκαν την κάλυψη του QE για να ξεφορτωθούν τίτλους και να βγάλουν κέρδη.

Συνολικά, καταλήγει το IIF, η διαδικασία ομαλοποίησης της νομισματικής πολιτικής θα είναι δύσκολη για όλες τις κεντρικές τράπεζες διεθνώς, αλλά ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη, όπου η ΕΚΤ έχει διαδραματίζει τον πλέον βασικό ρόλο στη σταθεροποίηση των αποδόσεων της περιφέρειας. Ο κίνδυνος εκτίναξης των αποδόσεων της περιφέρειας, ιδίως της Ιταλίας και της Ελλάδας, είναι υπαρκτός και θα ήταν απόλυτα ανεπιθύμητος, δεδομένων των πολύ μεγάλων παραγωγικών κενών των δύο οικονομιών, μια κληρονομιά που άφησε η κρίση χρέους της Ευρωζώνης το 2011-2012.