Συμμαχίες, Συνιστώσες, Κόμματα και Μέτωπα

Καζάκης Δημήτρης

Συμμαχίες, Συνιστώσες, Κόμματα και Μέτωπα, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα

Νέα κόμματα, πολιτικοί σχηματισμοί και ποικίλες δυνάμεις αναφύονται μέρα με τη μέρα. Απ’ όλα διαθέτει ο μπαξές. Κόμματα του ευρώ, αλλά και της δραχμής, δυνάμεις κάθε λογής και παραλλαγής της δεξιάς, αλλά και της αριστεράς. Μέχρι και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχουμε να δηλώνει ότι οσονούπω θα μετατραπεί στον «τρίτο (αντικαπιταλιστικό) πόλο», δίπλα στους άλλους πόλους που κυριαρχούν στο πολιτικό παιχνίδι.

Είναι περίπου σαν τις ομάδες του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου που βάζουν σαν στόχο να μπουν κάποτε στην Πρώτη Εθνική κατηγορία και να παίξουν με τους μεγάλους. Ας της το ευχηθούμε. Έτσι ή αλλιώς είναι παντελώς αδιάφορο για τον λαό και τα επείγοντα προβλήματα που αντιμετωπίζει.

Παντού βλέπουμε μια μεγάλη κινητικότητα. Από την πολυκατοικία της ΝΔ που πληθαίνει σε πατώματα και διαμερίσματα, την κεντροαριστερά που σε λίγο θα θέλεις ειδικό λεξικό για να βρεις τα τετρακλάδια της, έως τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ που μάχονται να κρατήσουν το αυτοτελές δικαίωμά τους στην πλούσια κρατική επιχορήγηση. Το ΚΚΕ με την σειρά του παλεύει για την «λαϊκή συμμαχία». Με τον εαυτό του. Μάλιστα μάθαμε πρόσφατα ότι ο κ. Κουτσούμπας σκοπεύει να χωρίσει στα δύο τις «κόβες» του κόμματός του για να τις βάλει να συμμαχήσουν μεταξύ τους. Κι έτσι θα εξαγγείλει πανηγυρικά ότι η «λαϊκή συμμαχία» επιτεύχθηκε με μεγάλη επιτυχία! Ζήτω το Κόμμα! Ουρά!

Ενώ η υπόλοιπη αριστερά της σέχτας και του ιδρυματισμού ψάχνει ακόμη για την χαμένη ενότητά της, κάτι σαν την παρθενιά της ένα πράμα. Θα είναι άραγε ΑΑΔΜ, ή κάτι άλλο; Κανείς δεν ξέρει. Μην στεναχωριέστε αν δεν κατανοείτε το συγκεκριμένο ακρωνύμιο. Δεν χρειάζεται. Τα ακρωνύμια στην αριστερά είναι τόσο συχνά όσο και στον στρατό. Και το ίδιο άχρηστα στην πράξη. Παρ’ όλα αυτά είναι μέρος των ηθών της αριστεράς, όπως είναι τα ήθη και τα έθιμα σ’ ένα οποιοδήποτε γκέτο. Δεν χρειάζεται να σπάτε το κεφάλι σας με ακρωνύμια που χρησιμεύουν μόνο σε διαλόγους του γκέτο. Το συγκεκριμένο προέρχεται από την κομματική αργκό του ΚΚΕ και εννοεί κάποιο είδος μετώπου. Αυτό αρκεί.

Το συζητάνε όμως με τέτοια βαθύνοια που τρομάζει όλους του αδαείς! Λες και ξέρουν για τι συζητάνε. Έτσι είναι στην αριστερά και μάλιστα την κομμουνιστική. Όταν δεν έχεις ιδέα επί του προκειμένου προσποιήσου ότι ξέρεις και χάζεψε τους ανόητους με τσιτάτα εγχειριδίου.

Προσωπικά η συζήτηση αυτή μου θυμίζει την εκπληκτική ταινία των Μόντι Πάιθονς της δεκαετίας του ’70, η ζωή του Μπράϊαν, όπου στην Ιουδαία της εποχής του Χριστού, η οποία βρίσκεται υπό Ρωμαϊκή κατοχή, υπήρχαν άπειρες περίεργες ομάδες που διεκδικούσαν η καθεμιά για τον εαυτό της την «επαναστατική καθαρότητα» της πάλης κατά των Ρωμαίων. Υπήρχε το Λαϊκό Μέτωπο της Ιουδαίας, αλλά και το Ιουδαϊκό Λαϊκό Μέτωπο, το Ιουδαϊκό Ριζοσπαστικό Μέτωπο του Λαού, η Συμμαχία για μια Ελεύθερη Γαλιλαία και το Επαναστατικό Λαϊκό Μέτωπο της Ιουδαίας (το οποίο αποτελούνταν από έναν και μοναδικό, σατιρίζοντας εξαιρετικά εύστοχα τις τροτσκιστικές φράξιες). Όλοι αυτοί σφάζονταν για το ποιος είχε πρώτος την ιδέα του Μετώπου και ποιος κατέχει τα αδιαμφισβήτητα εύσημα της πιο αντικαπιταλιστικής, ριζοσπαστικής επαναστατικότητας μπροστά στους αδιάφορους Ρωμαίους κατακτητές και στον ακόμη πιο αδιάφορο λαό της κατακτημένης Ιουδαίας.

Έτσι και η δική μας παραλλαγή των Μόντι Πάϊθονς. Μαζεύονται να συζητήσουν ποιο Μέτωπο θα είναι καλύτερο. Το ΑΑΔΜ, το ΛΜΙ, το ΙΛΜ, το ΙΡΜΛ, η ΣΕΙ, το ΕΛΜΙ, ή κάποια άλλη πολύ αριστερή – τόσο καθαρά αριστερή που δεν παίρνει άλλο καθάρισμα, ούτε καν με λουλάκι – παραλλαγή ακρωνυμίου; Και ποιοι συζητάνε; Αυτοί που έχουν αποδείξει ότι δεν έχουν καμιά σχέση με τον λαό στο όνομα του οποίου συζητάνε για Μέτωπα. Αυτοί που ξέρουν μόνο από διασπάσεις, αποκλεισμούς, συκοφαντίες, τσακωμούς ως εκεί που δεν παίρνει άλλο και φυσικά ανειλικρίνεια γιατί δεν έχουν ούτε καν την τόλμη να συζητήσουν ανοιχτά με όλους.

Και συζητούν για το Μέτωπο, όχι προσπαθώντας να δείξουν πώς μπορεί να οικοδομηθεί στην πράξη μέσα στον λαό, αλλά μόνο στη θεωρία. Μια θεωρία τόσο στείρα όσο το δόγμα μιας σέχτας. Συζητούν για το Μέτωπο αγνοώντας φυσικά οτιδήποτε υπάρχει και αναπτύσσεται στην αληθινή ζωή μέσα στον ίδιο τον λαό. Οτιδήποτε έχει την δική του ζωή. Βλέπεις, ότι δεν ταιριάζει με το δόγμα είναι κακό. Κι ότι είναι κακό πρέπει να το διαλύσουμε. Κι αν δεν μπορούμε να το διαλύσουμε, απλά το αγνοούμαι. Λειτουργούν ακριβώς όπως η ομάδα αυτοκτονίας του Λαϊκού Μετώπου της Ιουδαίας η οποία αντί να ελευθερώσει τον Μπράϊαν από τον σταυρό, αυτοκτόνησε η ίδια. Γι’ αυτό άλλωστε και ονομαζόταν ομάδα αυτοκτονίας. Αυτό σημαίνει και ριζοσπαστική αριστερά. Η αριστερά που είναι σπαστική μέχρι ρίζας!

Πρόκειται για την αιώνια επιβεβαίωση της αποστροφής του Ένγκελς που αφορούσε όλους εκείνους που είχαν μετατρέψει την θεωρία των ιδρυτών του επιστημονικού σοσιαλισμού σε δόγμα ικανό μόνο να το επαναλαμβάνουν σαν θρησκευτική προσευχή. Σαν ένα Σύμβολο της Πίστης. Όλοι αυτοί λοιπόν υιοθετούσαν πάντα «την πολιτική του Χαλίφη Ομάρ όταν έκαψε την βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας: είτε αυτά τα βιβλία είναι αντίθετα με το κοράνι οπότε είναι κακά, είτε περιλαμβάνουν το ίδιο πράγμα, οπότε είναι περιττά – στην πυρά όλα τους!»[1] Ότι δεν υπάρχει στο Κοράνι του Χαλίφη Ομάρ το καίμε. Κι αν δεν μπορούμε να το κάψουμε, απλά το αγνοούμε επιδεικτικά.

Η αλήθεια είναι ότι όλοι αυτοί μιλούν για Μέτωπα ερήμην του λαού. Έχουν τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους που νομίζουν ότι μόλις ενωθούν συναμεταξύ τους και κυρίως με τους όμοιους τους, αμέσως ο λαός θα τρέξει ξοπίσω τους. Όπως τα άγρια ζώα έτρεχαν αμέσως μόλις ο Ταμίνο έπαιζε τον μαγικό αυλό του. Κι έτσι για όλους αυτούς δεν έχει καμιά σημασία τι συμβαίνει στην αληθινή ζωή, πώς ζει και δρα ο λαός σήμερα, σε ποια αντικειμενική κατάσταση βρίσκεται. Δεν χρειάζεται να ξέρουν, να μελετήσουν, να δουν στην πράξη. Έχουν τον μαγικό αυλό! Το μόνο που χρειάζεται είναι να ενωθούν και να παίξουν την μαγική μελωδία. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν οι ποικίλες γεροντοκόρες που κυκλοφορούν στον κυκεώνα της αριστεράς και όλο μιξοκλαίνε: μα, γιατί δεν ενώνεστε; Προσέξτε. Όχι γιατί δεν ενώνετε ο λαός, αλλά γιατί δεν ενώνονται αυτοί που ξέρουν μόνο να διασπούν και να διαλύουν κάθε τι που δεν συμφωνεί με το Κοράνι του Χαλίφη Ομάρ, που κραδαίνουν σαν Ευαγγέλιο.

Πρόσφατα μου είπαν για μια τέτοια συγκέντρωση στου Κορδάτου. Όχι του αληθινού, αλλά του ομίλου, που όπως κάθε σέχτα η οποία σέβεται τον εαυτό της έτσι κι αυτή πρέπει οπωσδήποτε να διακωμωδήσει κάποια σημαντική προσωπικότητα υιοθετώντας το όνομά της στον τίτλο της. Μαζεύτηκαν λοιπόν όλοι οι ορφανοί πλην όμως επίδοξοι Παπαγκένο και Ταμίνο για να συζητήσουν πώς θα κερδίσουν το χέρι της όμορφης Παπαγκένα, δηλαδή του λαουτζίκου. Έστω κι αν αισθάνονται μια τόσο έμφυτη απέχθεια γι’ αυτόν που έχει πάρει διαστάσεις ολοκληρωτικής θεωρίας. Όλοι τους είναι σίγουροι ότι κατέχουν τον Μαγικό Αυλό, έστω κι αν δεν έχουν ιδέα από μουσική, έστω κι αν όποτε τους δόθηκε η ευκαιρία να παίξουν κάποια μελωδία το μόνο που κατόρθωσαν είναι να βγάλουν ένα τόσο μεγάλο φάλτσο που τρόμαξαν μέχρι και τους καθ’ όλα συμπαθείς αλλά καθόλου μουσικότροπους γαϊδάρους. Όμως δεν πειράζει. Μπορεί να μην κατέχουν την πράξη. Κατέχουν όμως την θεωρία. Και ξέρετε τι είναι η θεωρία; Είναι σαν την μύτη! Όλοι έχουν από μία!

Τα όσα έμαθα για τις απίθανες θεωρίες που εκτέθηκαν από ομιλητές της συγκεκριμένης εκδήλωσης με έπεισαν ότι αφορούσε μόνο όποιον δεν έχει την παραμικρή ιδέα του τι σημαίνει και πώς συγκροτείται ένα αυθεντικό Μέτωπο του λαού, ενώ όσο πιο διαλυτική υπήρξε η πολιτική δράση του τόσο μεγαλύτερα εχέγγυα είχε ώστε να μιλήσει για Μέτωπο και για ενότητα! Άλλωστε ιστορικά στην αριστερά και δη την ριζοσπαστική, είναι νόμος: αυτοί που πάντα ξεκινούσαν τις μεγαλύτερες διασπάσεις, αυτοί που δημιουργούσαν τα μεγαλύτερα ρήγματα, αυτοί που έστηναν τους μεγαλύτερους καυγάδες, αυτοί που ήξεραν μόνο από εισοδισμούς και φράξιες, αυτοί που διέλυαν ότι δεν μπορούσαν να ελέγξουν, αυτοί που νοιάζονταν μόνο να καβαλήσουν όλους τους άλλους και στις πλάτες τους να φανεί το ανάστημά τους, ήταν πάντα αυτοί που φώναζαν περισσότερο απ’ όλους για «ενότητα». Έτσι και σήμερα. Αυτοί που στάθηκαν περισσότερο ανίκανοι απ’ οποιονδήποτε άλλο να υπηρετήσουν έστω την ιδέα του Μετώπου στις μάζες, αγνόησαν, πολέμησαν, είτε επιχείρησαν να διαλύσουν κάθε προσπάθεια αληθινού μετώπου μέσα στον λαό, μιλάνε πιο δυνατά απ’ όλους για Μέτωπο. Βλέπετε, αυτοί ξέρουν καλύτερα. Στην θεωρία. Κι όπως είπαμε, η θεωρία είναι σαν την μύτη. Όλοι έχουν από μία!

Κι όλες οι θεωρίες τους, μηδεμιάς εξαιρουμένης, μου θύμισαν μια άλλη εξίσου σοφή παρατήρηση του Ένγκελς: «Δεν πρέπει κανείς να αφήνει τον εαυτό του να παρασύρεται από τις κραυγές για ‘ενότητα’. Εκείνοι που έχουν πιο συχνά στα χείλη τους αυτή τη λέξη, σπέρνουν τη μεγαλύτερη διχόνοια,… προκαλούν όλες τις διασπάσεις, ενώ φωνάζουν περισσότερο απ’ όλους για ενότητα. Αυτοί οι φανατικοί της ενότητας είτε είναι άνθρωποι μειωμένης νοημοσύνης που θέλουν να ανακατέψουν τα πάντα μέσα σ’ έναν αδιάκριτο χυλό, ο οποίος, τη στιγμή που θα αφεθεί να κατακαθίσει, φέρνει ξανά στην επιφάνεια τις διαφορές αλλά σε πιο οξεία αντιπαράθεση, μιας και τότε θα βρίσκονται όλες στο ίδιο τσουκάλι… – είτε πρόκειται για ανθρώπους που ασυνείδητα…, ή συνειδητά θέλουν να ευνουχίσουν το κίνημα. Γι’ αυτό τον λόγο οι μεγαλύτεροι σεχταριστές, οι χειρότεροι καβγατζήδες και οι παλιάνθρωποι φωνάζουν κατά καιρούς πιο δυνατά για ενότητα. Κανείς σ’ όλη μας τη ζωή δεν μας έφερε μεγαλύτερους μπελάδες και δεν υπήρξε πιο ύπουλος από εκείνους που φωνάζουν για ενότητα.»[2]

Το ίδιο συμβαίνει και με τα Μέτωπα. Μιας και Μέτωπο σημαίνει ενότητα. Τι ενότητα όμως και ποιανού ενότητα; Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα. Υπάρχουν δυο σχολές σ’ αυτό το ζήτημα: Η σχολή του κοινοβουλευτικού κρετινισμού, που την απασχολεί μόνο ή κυρίως η ενότητα σχημάτων που θα φέρουν καλύτερα εκλογικά αποτελέσματα. Και η σχολή της δημοκρατίας που ενδιαφέρεται να ενώσει τον λαό ως συλλογικό υποκείμενο άσκησης της κυριαρχίας στην χώρα του.

Η μεν πρώτη σχολή ξοδεύεται σε κάθε είδους πολιτικό τέχνασμα που διευκολύνει την δημιουργία πολιτικών παρατάξεων, ή πόλων με σκοπό το αντίκρισμα σε ψήφους. Αυτού του είδους η ενότητα είναι καταδικασμένη να αναγεννά όλο και πιο έντονα τις φαγωμάρες σε κάθε στροφή της συγκυρίας προκειμένου να αναδιανεμηθούν οι «σφαίρες επιρροής» και να ξαναμοιραστεί η τράπουλα ανάμεσα σε κάθε ιδιαίτερη γκρούπα, συνιστώσα, ή σχήμα. Δεν εμπιστεύεται καθόλου τον λαό και προπαντός την ανεξαρτησία της δικής του πρωτοβουλιακής δράσης. Γι’ αυτό και η ενότητα – πάντα προσωρινή και στιγματισμένη με ποικίλες σκοπιμότητες – αφορά αυτούς που διαμεσολαβούν για τον λαό κι όχι τον ίδιο τον λαό πρωτογενώς. Το κλειδί αυτής της λογικής βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν πιστεύουν στην ανεξάρτητη και αυτόβουλη δράση του ίδιου του λαού. Και δεν πρόκειται ποτέ να την επιτρέψουν. Γι’ αυτόν τον άμοιρο λαουτζίκο θα πρέπει πάντα να αποφασίζουν κάποιοι άλλοι με τα κατάλληλα ιδεολογικά και πολιτικά εφόδια. Ο λαός οφείλει απλά να είναι ουραγός της εκάστοτε αυτοδιορισμένης πρωτοπορίας, ή πολιτικής ηγεσίας, καθότι είναι ανίκανος να σκεφτεί και να δράσει από μόνος του.

Η δεύτερη σχολή ψάχνει την ενότητα του λαού με πρώτη πράξη την ανοιχτή διάσπαση! Ναι, καλά το ακούσατε. Για να υπάρξει αληθινή ενότητα του λαού και να οικοδομηθεί στην πράξη μέσα στην κοινωνία θα πρέπει πρώτα να ξεκόψουμε οριστικά και αμετάκλητα με όλες εκείνες τις θεωρίες και τις πρακτικές που διαιρούν τον λαό. Όχι μόνο να ξεκόψουμε απ’ αυτές, αλλά πρέπει και να τις πολεμήσουμε μέχρι αφανισμού τους. Λες και πολεμάμε ένα άλλο είδος, έναν παρασιτικό μύκητα που έχει την ιδιότητα να κλωνοποιείται μέσα στο υγιές σώμα της κοινωνίας και να το μετατρέπει σε τέρας. Μόνο αν ξεφορτωθούμε αυτόν τον παρασιτικό μύκητα θα μπορέσει ο λαός να ενωθεί, να οργανωθεί πλατιά και να συγκροτηθεί ως συλλογικό υποκείμενο για την κατάκτηση της εξουσίας από αυτόν τον ίδιο ώστε να οικοδομήσει την δική του αυθεντική δημοκρατία.

Επομένως κανένα αυθεντικό Μέτωπο του λαού δεν μπορεί να ανδρωθεί, να κερδίσει τις πιο πλατιές μάζες, αν πρώτα δεν χρεοκοπήσουν μέχρι εξαφανίσεως όλες εκείνες οι θεωρίες και οι πρακτικές διαίρεσης του λαού. Αν πρώτα δεν εξοντώσουμε κυριολεκτικά τον παρασιτικό μύκητα του κομματικού συστήματος. Και μιλάμε πρώτα και κύρια για τους κομματικούς μηχανισμούς και για όσους επιδόξους θέλουν να τους μιμηθούν διαμέσου κάποιας παραλλαγής του κοινοβουλευτικού κρετινισμού. Αυτό είναι το πρώτο και βασικό καθήκον μιας οργάνωσης που φιλοδοξεί να μετεξελιχθεί σε αυθεντικό Μέτωπο όλου του λαού.

Τι είναι όμως εκείνο που διαιρεί τον λαό; Αυτό που ήταν πάντα. Η πίστη σε πολιτικά και θρησκευτικά δόγματα. Επομένως, τι πρέπει να γίνει για να μπορέσει να υπάρξει ενότητα του λαού; Να υπερβούμε τα πολιτικά και θρησκευτικά δόγματα. Τι σημαίνει αυτό; Δεν σημαίνει ότι καταργούμε την πίστη σ’ αυτά, αλλά δεν θέτουμε ως προϋπόθεση του Μετώπου την πίστη σε κάποια από αυτά. Το Μέτωπο για να είναι αυθεντικά λαϊκό, για να μπορέσει να ενώσει όλο τον λαό, οφείλει να είναι στην πράξη και στην λειτουργία του αληθινά ανεξίθρησκο τόσο σε επίπεδο πολιτικών δογμάτων, όσο και θρησκευτικών. Δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία αληθινό Μέτωπο του λαού στην Ελλάδα και διεθνώς όπου να μην κυριαρχούσε η πολιτική και θρησκευτική ανεξιθρησκία. Διαφορετικά το Μέτωπο μετατρέπεται σε μια ακόμη δογματική αίρεση, παράγοντας διαίρεσης μέσα στον λαό.

Συνεπώς, μπορεί να υπάρξει αριστερό Μέτωπο που να ενώνει τον λαό; Ούτε κατά διάνοια. Όποιο νόημα, ριζοσπαστικό, λαϊκό, ταξικό, ή αντικαπιταλιστικό κι αν επιχειρήσει να δώσει κανείς στην έννοια αριστερά. Δεν υπήρξε ποτέ ένα τέτοιο Μέτωπο που να ενώνει τον λαό και δεν πρόκειται να υπάρξει σήμερα. Πολύ περισσότερο σήμερα που η αριστερά έχει χάσει, ή τείνει να χάσει ολοκληρωτικά όλους τους παραδοσιακούς οργανωτικούς και πολιτικούς δεσμούς που διέθετε με τον εργαζόμενο λαό. Η ιδεολογία της σε όλες τις εκδοχές της και η δράση της μέσα στην κοινωνία έχει απαξιωθεί σε βαθμό πρωτοφανή. Ενώ είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ταυτισμένη – και δικαίως – με την απαξίωση των παραδοσιακών συνδικάτων, που έχει οδηγήσει τους εργαζόμενους να χάσουν σε τρομακτικό βαθμό την εμπιστοσύνη τους στην οργανωμένη συνδικαλιστική δράση.

Άλλωστε η ενότητα της αριστεράς, ή το μέτωπο της αριστεράς, αφορά την ενότητα μιας πολιτικής παράταξης κι όχι την ενότητα του λαού. Η ίδια η ύπαρξη της αριστεράς προϋποθέτει την ύπαρξη και μιας δεξιάς. Η ενότητα της αριστεράς οδηγεί αναγκαστικά και στην ενότητα της δεξιάς. Όχι μόνο σε επίπεδο σχηματισμών, αλλά και μέσα στον ίδιο τον λαό. Έτσι συντρίφτηκε το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα που είχε ενώσει τον λαό μετά στην ναζιστική κατοχή. Ο εχθρός μετά την απελευθέρωση κατάφερε να το ταυτίσει με την αριστερά – με την αποδοχή μάλιστα της ηγεσίας του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος – και να το αποδυναμώσει τόσο ώστε να οδηγήσει τον λαό στον εμφύλιο σπαραγμό.

Σήμερα η αριστερά αντιπροσωπεύει την διάσπαση του λαού για έναν ακόμη λόγο. Γιατί στο σύνολό της έχει εγκαταλείψει προπολλού τα πατριωτικά καθήκοντα και την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας ως κορυφαία αιτήματα που εξασφαλίζουν την ενότητα του λαού. Ειδικά στις σημερινές συνθήκες όπου η διάλυση του οργανωμένου εργατικού κινήματος έχει συνδυαστεί με την αποσάθρωση του κοινωνικού ιστού και τον κατακερματισμό του λαού όχι σε συγκροτημένες τάξεις, αλλά σε κοινωνικοεπαγγελματικές κατηγορίες και στρώματα που βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση για την ίδια την επιβίωσή τους μέσα στην αγορά. Η εσωτερική κοινωνική και ταξική αποσάθρωση του λαού έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο σήμερα όπου ένα μεγάλο κομμάτι του έχει χάσει κάθε αίσθηση κοινού συμφέροντος και εθνικού δεσμού. Είναι ζήτημα αν διαθέτει πια εθνική ταυτότητα κι επομένως αδυνατεί να αποκτήσει οποιαδήποτε κοινωνική συνείδηση του ρόλου του στην πρόοδο της σημερινής ελληνικής κοινωνίας.

Πρόκειται για τα στρώματα των απόρων και των ανέργων, ειδικά των μακροχρόνια ανέργων, που αναπτύσσουν συνείδηση απαξίωσης των πάντων και ζουν μόνο για ένα ξεροκόμματο. Για μια δουλειά, ακόμη και του ποδαριού, είναι έτοιμοι να ξεπουλήσουν τα πάντα, συνείδηση, αξιοπρέπεια, πατρίδα. Αυτά τα στρώματα που θεριεύουν καθώς βαθαίνει η κρίση, δεν μπορούν να κερδηθούν παρά μόνο από ένα ρωμαλέο παλλαϊκό κίνημα αντίστασης και ανατροπής που θα τα παρασύρει με την ορμή του, ή θα στρατολογηθούν αναγκαστικά από τις πιο μαύρες δυνάμεις.

Την δική τους πολιτική αδιαφορία για την πατρίδα, το συλλογικό καλό, την δημοκρατία έχουν υιοθετήσει πολλοί στην σημερινή αριστερά ως «ταξική» προσέγγιση. Κι έτσι αυτή η «ταξική» αριστερά αποτελεί τον καλύτερο σύμμαχο, το alter ego, των πιο σκοταδιστικών δυνάμεων σήμερα. Το τσάκισμα του φασισμού σήμερα στην συνείδηση της κοινωνίας και του λαού περνά αναγκαστικά μέσα από το τσάκισμα κι αυτής της «ταξικής» αριστεράς. Διαφορετικά δεν μπορεί να ανοίξει ο δρόμος της ενότητας του λαού στη βάση της διεκδίκησης της δημοκρατίας και της πατρίδας του.

Τι ωθεί στην δημιουργία όλων αυτών των σχημάτων, κομμάτων και δυνάμεων που ξεπετάγονται κάθε μέρα; Υπάρχουν σήμερα δυνάμεις από όλα αυτά τα ποικίλα σχήματα που γεννιούνται με ταχύτητα φωτός που πηγάζουν από την ανάγκη να ενωθεί ο ίδιος ο λαός; Και μόνο μια απλή ματιά θα πείσει ακόμη και τον πιο δύσπιστο ότι όλα αυτά τα σχήματα, αλλά κι όσα πρόκειται να προκύψουν, αποτελούν θραύσματα ενός ολόκληρου πολιτικού συστήματος που καταρρέει. Πρόκειται, αφενός, για φθαρμένες καταστάσεις και ερείπια άλλων εποχών που επιχειρούν να επιβιώσουν πολιτικά σε συνθήκες πρωτοφανούς αστάθειας και διάλυσης των παλιών πόλων του πάλαι ποτέ πανίσχυρου δικομματισμού. Κι αφετέρου από τα υπολείμματα μιας αριστεράς που δεν μπόρεσε ποτέ να ενώσει τον λαό, ή τους εργαζόμενους κι ούτε μπορεί σήμερα. Στερείται του τρόπου και της θέλησης να το κάνει.

Καθοριστικό στοιχείο της σημερινής πολιτικής κατάστασης είναι η ολοκληρωτική απαξίωση από την κοινωνία και τον λαό του πολιτικού συστήματος, των ιδεολογιών και των πολιτικών συστημάτων του με βάση τα οποία επιβίωνε μέχρι τώρα. Σήμερα ο λαός έχει χειραφετηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από τα κόμματα που ψήφιζε ή ακολουθούσε μέχρι και πρόσφατα. Κι αυτό ανεξάρτητα από το αν τα ψηφίζει ακόμη. Τα στρώματα εκείνα του λαού που θεωρούν σήμερα ως «δικό τους» κάποιο από τα επίσημα κόμματα της δεξιάς ή της αριστεράς έχουν συρρικνωθεί στο ελάχιστο. Το ποσοστό αυτού του λαού δεν ξεπερνά το 20-30% το πολύ. Σε λίγο θα είναι αμελητέα ποσότητα. Φροντίζει η οξύτητα της κρίσης. Ενώ όλος ο υπόλοιπος λαός έχει αναπτύξει ισχυρά αρνητικά αντανακλαστικά ενάντια στους επίσημους κομματικούς μηχανισμούς δεξιάς και αριστεράς που θεωρεί – και δικαίως – ότι τον πρόδωσαν και τον έσυραν στη σημερινή κατάσταση.

Το γεγονός ότι ψηφίζει όποιον αναγκάζεται να ψηφίσει κάτω από το σημερινό καθεστώς ωμών εκβιασμών, αφόρητης πίεσης και εξαπάτησης με όμηρο τον ίδιο και τις τόσο πιεστικές ανάγκες του, όπως και μέσα από την συστηματική καλλιέργεια της ήττας, του φόβου και της παράδοσης άνευ όρων, δεν αναιρεί το γεγονός που αναφέραμε παραπάνω. Όταν λοιπόν δεν ελέγχουν τα κόμματα και τα σχήματα που υπάρχουν σήμερα τον απλό κόσμο στην μεγάλη πλειοψηφία του. Ούτε κι ο κόσμος νιώθει υποχρεωμένος σ’ αυτά, τότε γιατί θα πρέπει να παίξει κανείς μαζί τους; Γιατί θα πρέπει να βάλει ως προτεραιότητα την ενότητα κάποιων σχημάτων και κομμάτων, που έτσι ή αλλιώς δεν έχουν αντίκρισμα ή εκτόπισμα μέσα στην κοινωνία, έναντι του λαού απευθείας;

Μπορούμε σήμερα μέσα από την συνένωση κάποιων σχημάτων και κομμάτων να διευκολύνουμε την ενότητα του λαού; Ούτε κατά διάνοια. Πολύ περισσότερο όταν κανένα υπαρκτό σχήμα ή θεωρία δεν προτάσσει σήμερα την αυτοτελή ενότητα του λαού μακριά από πολιτικά και θρησκευτικά δόγματα που τον διαιρούν και στην βάση των βασικών καθηκόντων που απορρέουν από την υπεράσπιση της πατρίδας του σήμερα. Κανένα άλλο πολιτικό ή οικονομικό αίτημα δεν μπορεί να ενώσει σήμερα τον λαό όσο το πατριωτικό του καθήκον. Αν θέλει βέβαια να σωθεί και να μην μετατραπεί σε μετανάστη μέσα στην ίδια του την χώρα.

Υπάρχει θέμα υπεράσπισης της πατρίδας σήμερα; Όσο ποτέ άλλοτε! Σε τι συνίσταται σήμερα η υπεράσπιση της πατρίδας από την σκοπιά του λαού; Στην μονομερή διαγραφή του χρέους, στην έξοδο από την ευρωζώνη και την ΕΕ με σκοπό την κατάκτηση της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας με σκοπό την θεμελίωση της δημοκρατίας στη βάση της ολόπλευρης λαϊκής κυριαρχίας. Μπορεί να υπάρξει άλλος στόχος πιο επίκαιρος και ενωτικός για όλο τον λαό; Ούτε κατά διάνοια.

Σε μια τέτοια εντελώς πρωτότυπη κατάσταση, όπου ο λαός είναι παντελώς ανοργάνωτος τόσο σαν εργαζόμενος, όσο και σαν πολίτης. Με την κοινωνική συνείδησή του, ακόμη και σε επίπεδο εθνικής ταυτότητας, να καταρρέει, αλλά χειραφετημένος από τα κόμματα και τις ιδεολογίες που παραδοσιακά τον διαιρούσαν σε δεξιό και αριστερό, πώς μπορεί να επιτευχθεί η ενότητά του; Καταρχάς κανένα κόμμα, ή συμμαχία κομμάτων δεν μπορεί να εκφράσει σήμερα την ενότητα ενός λαού που δεν εμπιστεύεται και καλά κάνει κανέναν κομματικό μηχανισμό ή ιδεολογία.

Το κόμμα με μαζική απήχηση και κοινωνική βάση δεν είναι προϊόν του κοινοβουλευτισμού, αλλά εμφανίζεται σε ειδικές ιστορικές συνθήκες όταν πρόκειται να εκφράσει συγκροτημένα ταξικά και κοινωνικά συμφέροντα στα πλαίσια ενός λαού. Και το κόμμα αυτό μπορεί να τα εκφράσει μόνο όταν αυτά τα ταξικά και κοινωνικά συμφέροντα βρίσκονται τουλάχιστον σε διαδικασία συγκρότησης μέσα στην κοινωνία, μέσα στον ίδιο τον λαό.

Σήμερα, έχουμε ακριβώς το ανάποδο. Έχουμε μια διαδικασία αποσυσπείρωσης και αποσάθρωσης ταξικών και κοινωνικών συμφερόντων μέσα σε μια κοινωνία όπου ο ίδιος ο λαός αδυνατεί να συγκροτηθεί ως κοινωνικοπολιτικό υποκείμενο απέναντι στο καθεστώς που τον τυραννά.

Επομένως αυτό που προηγείται είναι πρώτα η συγκρότηση ενός Μετώπου με παλλαϊκά χαρακτηριστικά το οποίο οφείλει να δώσει την μάχη της συγκρότησης και της ενότητας του λαού, της από τα κάτω οργάνωσής του μέσα από την αυτόνομη συγκρότηση τόσο των οργανώσεων του Μετώπου, όσου και άλλων συλλογικοτήτων που εξασφαλίζουν αυτούσια και πρωτοβουλιακά τον ίδιο τον λαό, αλλά και τσακίζοντας όλες τις θεωρίες και πρακτικές που θέτουν κομματικά όρια και περιορισμούς μέσα στον ίδιο τον λαό. Χωρίς να τσακιστούν αυτές οι θεωρίες και οι πρακτικές δεν μπορεί να προχωρήσει το Μέτωπο. Δεν μπορεί καν να υπάρξει παρά μόνο σαν καρικατούρα κοινοβουλευτικών συνδυασμών, σε μια εποχή όπου το κοινοβούλιο λειτουργεί όχι μηχανισμός μαζικής εκποίησης των κοινωνικών και εθνικών δικαιωμάτων του λαού.

Υπάρχει τέτοια κοινωνικοπολιτική οργάνωση που κάνει αυτήν ακριβώς την δουλειά; Μόνο το ΕΠΑΜ. Κι από την συνέπειά του στον δρόμο που έχει χαράξει θα εξαρτηθεί τελικά η δημιουργία ενός αληθινού Μετώπου όλου του λαού ικανού να ανατρέψει το καθεστώς και να κερδίσει την χώρα του.
Τότε ποια πρέπει να είναι η πολιτική συνεργασιών του Μετώπου; Εμείς θέσαμε εξαρχής τις βασικότερες προϋποθέσεις μια πιθανής συνεργασίας. Ή τουλάχιστον για να καθίσουμε να συζητήσουμε συνεργασία με τον οποιοδήποτε. Κι αυτές είναι τρεις:

(α) Να βρίσκεται στους δρόμους, δηλαδή μέσα στην κοινωνία και να μάχεται έμπρακτα ενάντια στο καθεστώς, χωρίς να δεσμεύεται από κομματικές ισορροπίες ή άλλους υπολογισμούς και σκοπιμότητες, αλλά να συμβάλει στην μαζική κινητοποίηση του λαού και στην αφύπνισή του.

(β) Να θέτει ξεκάθαρα θέμα ανατροπής του υπάρχοντος καθεστώτος, διαφορετικά δεν μπορεί να προχωρήσει οτιδήποτε θετικό για τον λαό από την στιγμή που έχει αλλάξει δραστικά το σύνολο της συνταγματικής τάξης της χώρας υπό καθεστώς πλήρους θεσμοθετημένης ανομίας, ή σωστότερα υπό καθεστώς ανελαστικών "διεθνών δεσμεύσεων" υπέρ των δανειστών και της ευρωζώνης.

(γ) Να αγωνίζεται για την κατάκτηση της δημοκρατίας, που σήμερα δεν μπορεί να διεκδικηθεί διαφορετικά παρά μόνο με την επιβολή Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης για την σύνταξη και ψήφιση νέου Συντάγματος πρωτογενώς από τον ίδιο τον λαό.

Όλα τα υπόλοιπα τα συζητάμε. Δεν αρκεί λοιπόν να μιλά κάποιος για διαγραφή του χρέους, ούτε για εθνικό νόμισμα. Το εθνικό νόμισμα ξεκομμένο από την μονομερή καταγγελία και διαγραφή του χρέους, ξεκομμένο από την ανατροπή του υφιστάμενου καθεστώτος "διεθνών δεσμεύσεων" και εκποίησης της χώρας, ξεκομμένο από την διεκδίκηση της δημοκρατίας εδώ και τώρα, δεν σημαίνει απολύτως τίποτε. Μέσα στα πλαίσια αυτά κάνουμε κάθε δυνατή προσπάθεια να βρεθούμε όλοι, κινήματα, δυνάμεις και πρωτοβουλίες ώστε να συζητήσουμε τις δυνατότητες συνεργασίας. Ανοιχτά και δημόσια. Εκεί θα δούμε ποιος θα προσέλθει ώστε να δούμε τέλος πάντων ποιος είναι ποιος. Πάντως το ΕΠΑΜ θα παραμείνει ανοιχτό σε συνεργασίες στη βάση των αρχών που αναφέραμε. Κι ο καθένας ας αναλάβει τις ευθύνες του.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Φρ. Ένγκελς στον Πολ Λαφάργκ, 22 Αυγούστου 1894. Fr. Engels, Paul & Laura Lafargue, Correspondence, v. 3, Moscow, 1960, σ. 338.

[2] Επιστολή του Ένγκελς στον Μπέμπελ, 20/6/1873. K. Marx & F. Engels, Collected Works, v. 44, Moscow: Progress Publishers, 1989, σ. 512.