Η ηθική της αναδιανομής

Κωστούλας Παναγιώτης

Η ηθική της αναδιανομής, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα

Εξέχουσα θέση εντός του ιδεολογικού οπλοστασίου της σοσιαλδημοκρατίας κατέχει η έννοια της αναδιανομής, η οποία, όπως προκύπτει και από τη σημασία της λέξης έρχεται ως επακόλουθο της διανομής, όπως αυτή συντελείται σε πρωτογενές στάδιο.

Αν ως διανομή ορίσουμε τον τρόπο σύμφωνα με τον οποίο κατανέμεται (ή για την ακρίβεια θα κατανεμόταν) το εισόδημα και το εν γένει παραγωγικό αποτέλεσμα εντός μιας κοινωνίας σε πρώτο επίπεδο, δηλαδή χωρίς την κρατική παρέμβαση, η αναδιανομή αποτελεί την οριστικοποίηση της εισοδηματικής και παραγωγικής κατανομής μετά την επέμβαση της κρατικής πολιτικής με κυριότερη έκφανσή της το φορολογικό σύστημα.

Επί παραδείγματι σε μια καπιταλιστική κοινωνία σαν αυτή που ζούμε η διάρθρωση των εισοδηματικών κλιμακίων ανά κοινωνική τάξη θα ήταν εντελώς διαφορετική από αυτή που είναι σήμερα εάν για κάποιον λόγο δεν υπήρχαν φόροι και συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή συνδικάτα.

Βασική αρχή της διαχρονικής σοσιαλδημοκρατικής θεωρίας είναι ότι χωρίς αναδιανεμητικούς μηχανισμούς το αναπότρεπτο αποτέλεσμα είναι η όξυνση και διεύρυνση των εισοδηματικών και άλλων ανισοτήτων κάτι που αργά ή γρήγορα οδηγεί σε κοινωνικές εκρήξεις και υπονόμευση της ίδιας της ποιότητας της δημοκρατίας. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εδράζεται και η διαφωνία με την ιδεολογία του φιλελευθερισμού.

Η φιλελεύθερη αντίρρηση έγκειται στην πεποίθηση ότι η κρατική αναδιανεμητική πολιτική στερείται ηθικού ερείσματος διότι δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αφαιρεί εισόδημα από αυτούς που το έχουν παράξει με τη δουλειά τους και την ευφυΐα τους προσφέροντάς το στο πλαίσιο της μείωσης των οικονομικών ανισοτήτων σε κάποιους άλλους, εισοδηματικά πιο αδύναμους μεν, αλλά που δεν έχουν συμβάλλει στην παραγωγή αυτού του εισοδήματος με τον κόπο τους.

Δεν απορρίπτει μεν ολοκληρωτικά κάθε έννοια διανομής, αλλά την περιορίζει μόνο στο επίπεδο του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, μιας απλής προνοιακής βοήθειας εν ολίγοις που συντελεί ουσιαστικά στο να μπορούν απλώς να ικανοποιούν οι οικονομικά αδύναμοι τις στοιχειωδέστερες βιοτικές τους ανάγκες.

Η σοσιαλδημοκρατική αντίληψη σε αυτό το καίριο ζήτημα διάκρισης είναι καταφανώς διαφορετική. Πρώτα απ όλα, το ανήθικο της αναδιανομής καταρρίπτεται από το νόμο της υπεραξίας, όπως θεμελιώνεται στη μαρξιστική θεωρία. Ας μην ξενίζει η προσφυγή στο Μαρξ αφενός διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι αρχέτυπες ρίζες της σοσιαλδημοκρατίας βρίσκονται πράγματι στο μαρξισμό, (άλλο αν στην πορεία αναπτύχθηκαν ριζικές διαφορές στρατηγικής φύσης μεταξύ τους), αφετέρου διότι δεν είναι προς απόρριψη οτιδήποτε είπε ο Μαρξ κι αυτό το παραδέχονται και φιλελεύθεροι οικονομολόγοι.

Η υπεραξία λοιπόν, το κέρδος με απλά λόγια που ιδιοποιείται αυτός που ελέγχει τα παραγωγικά μέσα είναι κι αυτό εισόδημα το οποίο δημιουργείται με την αποφασιστική συμβολή του κόπου κάποιων άλλων (των εργαζομένων δηλαδή), οι οποίοι επίσης δεν το απολαμβάνουν στην ολότητά του. Εάν η αναδιανομή στερείται ηθικού ερείσματος λόγω άκοπης εισοδηματικής ενίσχυσης ενός τμήματος της κοινωνίας, το ίδιο ισχύει mutatis mutandis και για το κέρδος της υπεραξίας. Βεβαίως η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία δεν εισηγείται επουδενί την κατάργηση του κέρδους. Έχει ασπαστεί το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και αναγνωρίζει ότι το επενδυτικό ρίσκο οφείλει να ανταμείβεται. Όχι όμως απεριόριστα και ανεξέλεγκτα. Κι εδώ ακριβώς υπεισέρχεται το βασικότερο επιχείρημα της ηθικής της αναδιανομής.

Η σοσιαλδημοκρατία αντιμετωπίζει το ζήτημα της αναδιανομής περισσότερο πρακτικά και ρεαλιστικά σε σχέση με το φιλελευθερισμό, ο οποίος αρκείται σε μια μηχανιστική και στενά ηθικίζουσα απόρριψη της. Πιστεύει δηλαδή ότι χωρίς ορθολογικούς αναδιανεμητικούς μηχανισμούς (όχι μόνο στενά εισοδηματικούς, αλλά και εκπαιδευτικούς, υγειονομικούς, πολιτιστικούς κλπ) θα επέλθει τέτοια έκρηξη των οικονομικών ανισοτήτων, τέτοιο άνοιγμα της ψαλίδας και τέτοιο κοινωνικό χάσμα που αναπότρεπτα θα οδηγηθούμε σε υπόσκαψη των θεμελίων της ίδιας της δημοκρατίας μέσω ανεξέλεγκτων κοινωνικών εντάσεων.

Το παράδειγμα το έχουμε δει σε όλες τις χώρες με παρόμοια χάσματα όπου υπάρχουν ή πολύ πλούσιοι ή πολύ φτωχοί. Κι όταν μιλάμε για τέτοιου είδους κοινωνικές διεργασίες που αναπτύσσουν τη δική τους ανεξέλεγκτη δυναμική τότε προφανώς καμία θεωρητικού χαρακτήρα συζήτηση περί ηθικού και ανήθικου δεν είναι ικανή να τις ματαιώσει ή να τις τιθασεύσει.

Υπό αυτή την έννοια λοιπόν η αναδιανομή αποκτά τη δική της αυτοτελή ηθική ακριβώς διότι επιζητά να προστατέψει το μείζον: τη δημοκρατία, την κοινωνική ομαλότητα, την αποτροπή του ολοκληρωτισμού και της αποστέρησης πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, έστω κι αν υποθέσουμε ότι σε ηθικοφιλοσοφικό επίπεδο η αναδιανεμητική λειτουργία παρουσιάζει προβλήματα. Το πρόβλημα και οι κίνδυνοι της ανισότητας ήδη κάνουν εξαιρετικά αισθητή την παρουσία τους στο σύγχρονο κόσμο φέρνοντάς μας ενώπιον νέων κρίσιμων προκλήσεων.

Ήδη επιφανείς, παγκόσμιου κύρους οικονομολόγοι σαν το Στίγκλιτζ, τον Κρούγκμαν και τον Πικετί έχουν επισημάνει με σαφήνεια μέσα από τα έργα τους τα ιστορικά, κοινωνικά και θεσμικά αδιέξοδα ενώπιον των οποίων οδηγεί τη σύγχρονη δυτική κοινωνία το πρόβλημα της απληστίας και της υπερσυσσώρευσης. Μια σύγχρονη σοσιαλδημοκρατική πρόταση-κατανοώντας ασφαλώς πάντα ότι προϋπόθεση της αναδιανομής είναι η παραγωγή- μπορεί να αποτελέσει την ασπίδα στις απειλές που διαγράφονται.