Θέλω σχεδόν εξομολογητικά να μοιραστώ μαζί σας ότι ο πατέρας μου κατάγεται από το Αίγιο, για αυτό το λόγο και το αισθάνομαι ως ιδιαίτερη πατρίδα μου.

Το Αίγιο αποτελεί την δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Αχαΐας και οργανική μετεξέλιξη της παλαιάς Βοστίτσας. Στους συνοικισμούς της πόλης ανδρώθηκαν εθνικοί ευεργέτες, σαν τον Λόντο και τον Ζαϊμη. Στα πλινθόκτιστα στενά της διεξήχθη η συνωμοτική συνέλευση της τεκτονικής αδελφότητας των φιλικών παρουσία του Βοϊβόδα (bellidux) και του Κολοκοτρώνη, μεταξύ 26 και 30 Ιανουαρίου 1821. Τα δε όρη των Καλαβρύτων έλαμψαν στην ιστορία ως μία από τις φρυκτωρίες του αδούλωτου έθνους κατά την τουρκοκρατία, με την Μονή Αγίας Λαύρας να δεσπόζει ανάμεσα σε απότομες πλαγιές και πευκόφυτα κορφοβούνια πλασμένη σαν από χέρι θείου ζωγράφου.

Οι μνήμες και το έντονο συναισθηματικό φορτίο που φέρουν, δημιουργούν ένα οριοθετημένο πλέγμα αξιών, το οποίο περισσότερο ή λιγότερο ασυναίσθητα αφομοιώνεται βιωματικά από τα μέλη της τοπικής κοινωνίας.

Έτσι συντίθεται η ιδιοπροσωπία του ποιμνίου της Μητροπόλεως Αιγιαλείας και Καλαβρύτων. Ένα από τα βασικά στοιχεία που την καθορίζουν είναι ο ανταγωνισμός με την πρωτεύουσα. Το μεγαλύτερο οπαδικό ντέρμπι της δυτικής Πελοποννήσου είναι το Παναιγιάλειος εναντίον Παναχαϊκής ενώ -ως απόρροια αυτού του μένους- επικράτησε η έκφραση «γαμώ την παναχαϊκή μου», που όλοι έχουμε πει σε στιγμές ατυχίας. Η φωνή της μητρόπολης, της επισκοπής και της ενορίας διατρανώνει την φωνή της τοπικής κοινωνίας η οποία μικρή σχέση έχει με την Βαβυλωνία των Πατρών και αυτά που εκπροσωπεί, υπό την έννοια ότι η ηθική των δύο κοινοτήτων είναι εκ διαμέτρου αντίθετη.

Κακά τα ψέματα, η ασκητική λιτότητα του Αιγίου και ο άκαμπτος σωβινισμός των Καλαβρυτινών, δομείται πρωτίστως ως σχήμα αντιπαράθεσης προς την τρυφηλότητα, την εκθήλυνση και την επιθυμητική ακολασία που διαχρονικά συμβολίζει η Πάτρα και η έξη της στην υπερβολή.

Η σχέση της βασίλισσας του καρναβαλιού με τα φιλελεύθερα ήθη και τις σαρκικές απολαύσεις είναι τόσο ξακουστή όσο η παραγωγή των οινοποιείων της σε μαυροδάφνη. Η ελευθεριότητα των κοινωνικών επαφών και οι πανηδονικές ινδουιστικές τελετουργίες της πόλης αποτελούν πανεθνικούς θρύλους και ενίοτε λαϊκά ανέκδοτα. Κάθε σεξουαλική παρεκτροπή, φετιχιστική εξαίρεση ή αυτοπροσδιοριστική κατηγοριοποίηση ευνοείται και ενθαρρύνεται, γιατί η τοπική κοινωνία στο σύνολο της είναι εξοικειωμένη με την απελευθέρωση των ηθών και την ασπάζεται.

Η κανονικότητα ήταν πάντοτε ζήτημα αποδοχής· ο συνεκτικός ιστός μιας κοινωνίας εξυφαίνεται πάνω σε εκείνα τα ήθη που τα μέλη της αποδέχονται ή απορρίπτουν.

Παραδείγματος χάριν, κανένας  δεν θα ήταν αρκετά «μίναρολεβιές» ώστε να κατηγορήσει τον σεξουαλικό προσανατολισμό των ομοφυλόφιλων εντός της αχαϊκής πρωτεύουσας εφόσον η ίδια η πόλη υμνείται ως σύγχρονη Αρχαία Κόρινθος για την σπλαχνική χαλαρότητα των ηθών της. Ούτε μίσος «μινάρας».

Αυτό που θα εξιστορούσε όμως κάθε μινάρας (που γνωρίζει τα κατατόπια σαν την παλάμη του), είναι ότι -σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην Πάτρα- οι κορυφές των Καλαβρύτων είναι απρόσιτες και κόσμος στις ράχες του  βουνίσιος. Τα «Καλαβρυτοχώρια» κατοικούνται από τραχείς, τοπικιστές και παραδοσιοκράτες τσολιάδες, που τους χαρακτηρίζει τόσο η αγάπη για το βιός και τη γη τους όπως και ο ζήλος τους για την ορθοδοξία. Όσο για το «μετασεισμικό Αίγιο» -που οι πατρινοί αντιμετωπίζουν υπεροπτικά- θα σας αναφέρει ότι η κοινωνία του αναπαράγει «στερεότυπα» επειδή αποικείται από «θρησκόληπτους επαρχιώτες»,«εγκρατείς νοικοκυραίους» και «ανθρώπους συντηρητικούς».

Στον πυρήνα και των δύο κοινωνιών η ομοφυλοφιλία -for better or worse- αντιμετωπίζεται ως στίγμα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει και ότι καταπιέζεται ή παρεμποδίζεται να εκφραστεί ένα ομοερωτικό άτομο στις σεξουαλικές του επιλογές. Αυτό σημαίνει πως -σε ό,τι αφορά τα ήθη της κοινότητας- ο δεδηλωμένος ομοφυλόφιλος τα υπερβαίνει και  είτε προτίθεται να ζήσει έξω από αυτά τα μέτρα είτε οφείλει να διαμορφώσει την στάση του καταλλήλως.

Προσοχή: επιλέγει να ζήσει εκτός αυτών των μέτρων -δεν εξαναγκάζεται- να το πράξει, όπως δεν εξαναγκάζεται με βία να μετέχει στα μυστήρια αλλά επιλέγει την συμμετοχή του σε αυτά εκούσια. Αν θέλει να δηλώνει μέλος της ενορίας ασπάζεται την παράδοση και την πλειοψηφία της, δεν απαιτεί να αλλάξουν οι συσχετισμοί. Αν πάλι δεν την ασπάζεται, κανένας δεν θα τον εμποδίσει να την εγκαταλείψει, είναι όμως παράλογο να επιδιώκει κάποιος και τα δύο ταυτόχρονα.

Τα μέτρα δεν είναι ξεχειλωμένες κουρελούδες για να τις ταλαντώνει καθένας κατά την κρίση και την ατομική ηθική του.

Ο Αμβρόσιος -ως εντεταλμένος καταπιστευματοδόχος της διαχρονικής βούλησης των ενοριών του- δεν κατασκευάζει ο ίδιος τις αποφάσεις της κοινότητας. Το μόνο που κάνει είναι να ερμηνεύει την βουλή της τοπικής κοινωνίας, όχι να καθορίζει το περιεχόμενο της.

Το περιεχόμενο  δεν καθορίζεται από κανένα πρόσωπο. Το περιεχόμενο αποτελεί το ηθικό αρχιτεκτόνημα κανόνων, ρητρών και δομών που τέμνει κάθετα τον φθοροποιό χρόνο με την αειθαλή παρουσία της ιερότητας του χώρου και όσα συμβολίζει. Δημιουργείται από την διαχρονική κυρίαρχη ταυτότητα των υποκειμένων που συγκροτούν την τοπική κοινωνία. Είναι τα Καλάβρυτα μια αντίστοιχη πεδινή Τήλος; Αμφιβάλουμε.

Όσα είπε ήταν το καταπίστευμα σοφίας της κοινότητας -το λαϊκό αίσθημα- τίποτα παραπάνω. Το εάν αυτή η σοφία δεν αρέσει, δεν συνεπάγεται πως δεν υπάρχει.

Όλοι εκείνοι που επιτίθενται μανιασμένα εναντίον του ορθόδοξου πατέρα, δεν λυσσομανούν κατά του Μητροπολίτη αλλά εναντίον του ποιμνίου που εκφράζει. Σε αντίθεση με την κοινή πεποίθηση περί κανονικότητας της Πάτρας (που συμφέρει), εδώ η κοινή πεποίθηση περί κανονικότητας δεν λαμβάνεται υπόψιν (γιατί προφανώς δεν βολεύει). Η λεπτομέρεια αυτή της κοινής πεποίθησης παραλείπεται για λόγους πολεμικής: είναι ευκολότερο να δημιουργηθούν οι επιθυμητές εντυπώσεις όταν επιτίθεται κανείς στις (υποτιθέμενες) μεσαιωνικές απόψεις του Αμβροσίου παρά όταν εκτοξεύει την λάσπη εναντίον των χρηστών ηθών μιας κοινότητας.

Όμως πέρα και πάνω από τις εντυπώσεις υπάρχει η ουσία. Και στην ουσία ο ορθόδοξος ιεράρχης έπραξε το αυτονόητο. Με βάση το τοπικό προηγούμενο (επιβεβαιωμένο δεκάδες φορές ώστε να μιλάμε για εμπεδωμένη εμπειρία) η ομοφυλοφιλία και συναφείς πράξεις περιθωριοποιούνται.

Μπορούμε αν θέλετε να δυσανασχετήσουμε με την κατάσταση αυτή αλλά δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε.

Σε ό,τι ενδιαφέρει τις τοπικές ενορίες, τέτοιες συμπεριφορές αποτελούν σκανδαλώδεις αποκλίσεις και κηλιδώνουν ανεξίτηλα το πανωφόρι της οικογενειακής αξιοπρέπειας του εκάστοτε ανώμαλου (σικ) που, επί παραδείγματι, τον συνέλαβαν στα πράσα αγκαλίτσα με τον γιό του ζαχαροπλάστη. Αν σήμερα ξενίζει, δαιμονοποιείται και διαπομπεύεται το κήρυγμα του Αμβροσίου, σκεφτείτε τον κανιβαλισμό απλών ανθρώπων σε δημόσια θέα, μόλις ο πατέρας -ο ζαχαροπλάστης- κυνηγήσει γιό και εραστή με τον πλαστή.

Το κουτί της Πανδώρας ανοίγει για να αναδυθούν τέρατα όπως η φιλονικία και η διχόνοια, λες και δεν είχαμε αρκετές εστίες προβλημάτων ως τώρα.

Ο Αμβρόσιος γνωρίζει τα ήθη της κοινότητας που εκπροσωπεί, για αυτό τον λόγο και σπεύδει να κατευνάσει τα πνεύματα· προσπαθεί να εξασφαλίσει ότι η ειρήνη στους κόλπους των ενοριών της μητροπόλεως του θα διαφυλαχθεί αδιατάρακτη, διαβεβαιώνοντας τους πιστούς πως δεν θα επιτρέψει καμία επιβουλή εναντίον της. Όσοι σήμερα καταριούνται τον Σεβασμιότατο και εύχονται -πιστοί στο δόγμα του Βολταίρου πάντα- συμφορές, δυστυχίες, καρκίνους και σταύρωση είναι οι ίδιοι που υποτίθεται ότι μάχονται για την ανοιχτή κοινωνία, την ισονομία και τα ίσα δικαιώματα.

Όλος αυτός ο συρφετός υστερικών που φωνάζει μονότονα, επιδιώκει μια κίβδηλη ισότητα που κάποιοι είναι πιο ίσοι από τον αντίλογο.

Ο μόνος τους φόβος είναι μήπως αυτή η ιδιότυπη ισότητα διασαλευθεί. Ζητούν λοιπόν ένα βάθρο για να μιλήσουν και από εκεί συκοφαντώντας τον αντίπαλο ανηλεώς· Ακριβώς επειδή αισθάνονται και αντιμετωπίζονται ως πιο ίσοι, νομιμοποιούνται να καθυβρίζουν χορωδιακά ακόμη και τον επικεφαλής μια ολόκληρης μητρόπολης αδιαφορώντας για το αν εκφράζει τους πιστούς του.

 Η γνώμη της τοπικής κοινωνίας μετράει μόνο εφόσον εξυπηρετεί την επιδίωξη τους, αν όχι παραβλέπεται.

Οι ίδιοι άνθρωποι που σήμερα αναμετρώνται με τον Αμβρόσιο αύριο θα εξαπολύουν τον οχετό τους εναντίον των ενοριτών του που αλίμονο τους αν δεν δεχτούν το πατερναλιστικό κήρυγμα τους. Συνειδητά ή ασυναίσθητα καταλήγουν να μην διαφέρουν σε τίποτα από τους σκοταδισμό που τάχα αντιστρατεύονται αλλά να αναδεικνύονται ως φωταδιστές. Ως η άλλη όψη  δηλαδή του ίδιου νομίσματος.

Γιατί δεν πιστεύουν στον διάλογο αλλά στην ασυδοσία, αυτή τους θρέφει και μόνο δια μέσου αυτής θα επιτύχουν τον στόχο τους.

Facebook Comments