Ο τύμβος του Αριστοτέλη και το επίκαιρο μήνυμα του

Μακρής Γιώργος

Ο τύμβος του Αριστοτέλη και το επίκαιρο μήνυμα του

Είναι αδύνατο να φανταστούμε ποια θα ήταν σήμερα η μορφή και το περιεχόμενο του ανθρώπινου πολιτισμού, δίχως την ύπαρξη του Αριστοτέλη. Θα ήταν σίγουρα τελείως διαφορετικά. Κορυφαία διάνοια του αρχαίου κόσμου, ο Σταγειρίτης είναι ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές όλων των εποχών· η πολυμέρεια, μεθοδικότητα και συστηματικότητα της σκέψης του τον κατατάσσουν στο πάνθεον των γιγάντων του ανθρώπινου πνεύματος. Η εργασία του καλύπτει σχεδόν κάθε τομέα του επιστητού και θεμελιώνει πλήθος επιστημονικών κλάδων, που εκτείνονται πολύ πιο πέρα από αυτό που συμβατικά ονομάζουμε «φιλοσοφία». Η αυθεντία του σε κάθε ζήτημα που αφορούσε τη φύση, τον άνθρωπο και την κοινωνία τον καθιέρωσαν ως τον κατεξοχήν Φιλόσοφο: το Μεσαίωνα η έννοια αυτή έγινε συνώνυμη του ονόματός του. Η ανακάλυψη, όπως όλα δείχνουν, του ταφικού μνημείου του στη γενέτειρα πόλη του, από έλληνα αρχαιολόγο, είναι γεγονός ιδιαίτερης σημασίας, αδύνατο να αγνοηθεί. Αναζωπυρώνει το ούτως ή άλλως αδιάπτωτο ενδιαφέρον για τον μεγάλο Μακεδόνα και το κολοσσιαίο, σε έκταση και σημασία, συγγραφικό έργο του.

Στη διάσημη τοιχογραφία του Ραφαήλ στο παπικό ανάκτορο της Ρώμης, με τίτλο «Η Σχολή των Αθηνών», Πλάτων και Αριστοτέλης καταλαμβάνουν το κέντρο της παράστασης, υπερακοντίζοντας σε σημασία κάθε άλλη μορφή που τους περιστοιχίζει. Ο Πλάτων δείχνει με το δάχτυλο τον ουρανό, παραπέμποντας στις υπερούσιες Ιδέες ως αρχέτυπα όλων των πραγμάτων, ενώ ο Αριστοτέλης απλώνει την παλάμη του προς τη γη. Η Φιλοσοφία κατέρχεται από τα επουράνια δώματα στον επίγειο κόσμο, τον κόσμο της αισθητής εμπειρίας. Μια στροφή τεράστιας σημασίας για την εξέλιξη του ανθρώπινου πνεύματος. Καταγόμενος και εκ των δύο γονέων από ιατρική γενιά, ο Αριστοτέλης παραμένει σταθερά προσηλωμένος στις πραγματικότητες του φυσικού κόσμου που γίνεται αντιληπτός διαμέσου των αισθήσεων.

Η αισθητή πραγματικότητα δεν είναι το έκτυπο μιας νοητής με ανεξάρτητη ύπαρξη, όπως πρεσβεύει η πλατωνική ιδεοκρατία. Αντιθέτως, ο Αριστοτέλης αναζητεί την ουσία του όντος εντός του συγκεκριμένου αντικειμένου. Ύλη και μορφή είναι τα συστατικά στοιχεία του όντος και δεν εμφανίζονται ποτέ μεμονωμένα και διαχωρισμένα, παρά μόνο εν συνδέσμω. Κατά τον ίδιο τρόπο, ψυχή και σώμα εμφανίζονται ενωμένα και η ψυχή είναι η εντελέχεια του σώματος: το είδος του από οντολογική σκοπιά, η ενέργεια του από τη σκοπιά της φυσικής θεωρίας, ο τελικός του σκοπός που το προσδιορίζει ποιοτικά και το κάνει να είναι αυτό που τελικά είναι.

Η συνάντηση του φιλοσόφου με τον Αλέξανδρο, διάδοχο του μακεδονικού θρόνου, σε μια σχέση μαθητείας όπου ο Αριστοτέλης έχει την ευκαιρία να διαπλάσει έναν ιδανικό βασιλέα-φιλόσοφο, συμβολίζει την αγαστή αρμονία πράξης και θεωρίας στον ελληνικό βίο. Είναι το σμίξιμο και το πάντρεμα δυο κορυφών: του μεγαλύτερου στρατηλάτη και του καθολικότερου επιστήμονα που γέννησε ποτέ η ανθρωπότητα. Οπλισμένος με την θεωρητική σκευή του αριστώνυμου σοφού διδασκάλου του, ο νεαρός μονάρχης θα αλλάξει για πάντα την όψη του κόσμου εξακτινώνοντας τις ελληνικές αξίες και τρόπο ζωής ως τα βάθη της Ινδίας.

Αποτελεί φυσικά ιεροσυλία έστω και να διανοηθούμε ότι είναι δυνατό να συμπυκνώσουμε τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη σε αυτό το σύντομο σημείωμα. Επιλέγουμε να ασχοληθούμε επιγραμματικά με την αριστοτελική Ηθική και την αριστοτελική Πολιτική, οι οποίες ως πρακτικές φιλοσοφικές θεωρίες καταλήγουν να ταυτίζονται: η πολιτική συμπληρώνει την ηθική στην κοινωνική της διάσταση. Η ηθική τελείωση του ανθρώπου μπορεί να επιτευχθεί μόνο εντός της οργανωμένης σε κράτος κοινωνίας. Πολιτική είναι η τέχνη του οργανωμένου κοινωνικού βίου, που επιμελείται τους θεσμούς και το σύστημα αγωγής του πολίτη. Το κράτος του Αριστοτέλη αποτελεί μέγεθος ηθικό, έχει δε ως σκοπό την πραγμάτωση της ευτυχίας των πολιτών του που επιτυγχάνεται μέσω της εκπαίδευσης και του θεσμικού εθισμού στην ηθικώς ενάρετη πράξη -ακριβώς επειδή η έξη (συνήθεια) καθίσταται ποιότητα.

Η επιδίωξη της ευδαιμονίας και του ευ ζην βρίσκονται στο επίκεντρο του κοινού πολιτικού βίου, ο οποίος οντολογικώς προηγείται της ατομικής ηθικής καθώς ο μεμονωμένος πολίτης είναι ελλιπής και αδυνατεί να υπάρξει καθ’ εαυτόν, χωρίς αναφορά σε μια ανώτερη ηθική πραγματικότητα. Η πολιτική κοινότητα έχει απόλυτη προτεραιότητα έναντι κάθε άλλου κοινωνικού σχηματισμού, είναι το όλον ως πρότερον αναγκαίον του μέρους. Στην πολιτική κοινωνία οι επιδιώξεις του μέρους (πολίτη) και του όλου (κράτους) ταυτίζονται και πραγματώνονται με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο. Στην αριστοτελική ανθρωπολογία το άτομο είναι ζώον πολιτικόν· η κατάσταση του ακοινώνητου άπολι είναι μια παρά φύσιν κατάσταση, που παραπέμπει είτε σε φαυλότητα και αποθηρίωση είτε σε υπεράνθρωπες ιδιότητες που προσιδιάζουν μόνο στους θεούς.

Στην αριστοτελική πόλη, που τηρεί την ανθρώπινη κλίμακα χωρίς να υπερδιαστέλλεται σε απρόσωπα αυτοκρατορικά μεγέθη –και προσιδιάζει στα εθνικά κράτη και όχι στις υπερεθνικές ενώσεις- οι πολίτες είναι όλοι ισότιμα μέλη του κοινωνικού οργανισμού και μετέχουν αυτοπροσώπως στη διακυβέρνηση και την απονομή της δικαιοσύνης. Η πόλη-κράτος συναποτελείται από οικογένειες που ενώνονται μεταξύ τους για να επιδιώξουν ανώτερους ηθικούς στόχους, όχι απλώς για να επιβιώσουν. Οι πολίτες ενδιαφέρονται για τα κοινά χωρίς να παραμελούν τα του οίκου τους, την προσωπική τους ζωή.

Η πουριτανική άρνηση της ατομικής ιδιοκτησίας και η κοινοβιακή απόρριψη του οικογενειακού βίου, που απαντούν στην πλατωνική Πολιτεία, κατακρίνονται από τον Αριστοτέλη, που είναι περισσότερο εμπειρικά προσανατολισμένος και καθιερώνει την αρχή της «κοινής λογικής». Ακόμα και στις πιο υψιπετείς θεωρητικές αναλύσεις του ο Αριστοτέλης δεν χάνει την αίσθηση του μέτρου και της εμπειρίας. Κατευθύνει την ανάλυσή του στη δικαίωση και την επαλήθευση της κοινής λογικής, παίρνοντας αποστάσεις από τους πλατωνιστές που θεωρούσαν τις δόξες των πολλών ως ανάξιο κριτήριο για την αλήθεια.

Η ορμή προς τη σύμπηξη πολιτικών κοινοτήτων είναι στον άνθρωπο έμφυτη και η πόλις δεν είναι τεχνητό δημιούργημα όπως παλαιότερα στους σοφιστές και, πολύ μεταγενέστερα, στους θεωρητικούς του κοινωνικού συμβολαίου. Η Πόλις είναι οντολογική πραγματικότητα και όχι σύμβαση. Το λογικό πλάσμα του ατομικιστικού κοινωνικού συμβολαίου βρίσκεται στους αντίποδες της αριστοτελικής πολιτικής θεωρίας. Μόνο στον οργανωμένο ομαδικό βίο τελειούται ηθικώς ο άνθρωπος και η πολιτειακή οργάνωση συνίσταται στην εξασφάλιση των προϋποθέσεων για την ηθικοποίηση. Η πολιτεία είναι εργαστήριο της αρετής, παιδαγωγικό και παιδευτικό ίδρυμα. Καταστατικός χάρτης της είναι το πολίτευμα.

Η αριστοτελική τυπολογία προτείνει τρεις τύπους πολιτευμάτων και τις αντίστοιχες εκτροπές τους, τα σκοτεινά τους είδωλα: η βασιλεία και η τυραννία, η αριστοκρατία και η ολιγαρχία, η «δημοκρατία» (οχλοκρατία) και η πολιτεία. Η μέση πολιτεία, την οποία φαίνεται να προκρίνει ο φιλόσοφος ως αρίστη μορφή, είναι πολίτευμα αστικό. Οι τάξεις δεν καταργούνται και η ιδιοκτησία δεν δημεύεται. Επικρατεί ισονομία και ισοπολιτεία αλλά όχι εκβιαστική ισότητα αποτελεσμάτων και ισοπέδωση των ανόμοιων –ακριβώς επειδή δεν υπάρχει πιο μεγάλη αδικία από την εξομοίωση των ανόμοιων και την εξίσωση των άνισων. Μια ισχυρή μεσαία τάξη εξασφαλίζει την αρμονική λειτουργία της πόλεως καθώς στέκεται ανάμεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους, εμποδίζοντάς τους να συγκρουστούν. Η μεσαία αστική τάξη καταλαμβάνει το κέντρο βάρους της πόλεως και αμβλύνει την ανάπτυξη μεγάλων ανισοτήτων που γεννούν ταξικά μίση και υπονομεύουν την ψυχική ενότητα των πολιτών.

Είναι πολύ ενδιαφέρων ο ορισμός που δίνει ο Αριστοτέλης για την δημοκρατία ως παρέκβαση και φαύλη εκδοχή της χρηστή πολιτείας: πρόκειται για στρεβλωμένη μορφή πολιτειακής οργάνωσης που δεν αποβλέπει στην εξύψωση του συνόλου αλλά λειτουργεί προς το συμφέρον το των απόρων· μια αναρχούμενη κατάσταση όπου η δυσπραγούσα πλειοψηφία καταπιέζει από φθόνο αυτούς που βρίσκονται σε ανώτερη κοινωνικοοικονομική θέση, έχοντας ως αποτέλεσμα την ολοένα και επιδεινούμενη παρακμή και καταβύθιση του συνόλου.

Η αίσθηση του μέτρου διαπερνά τη σκέψη του Αριστοτέλη. Η αρετή ισοδυναμεί με τη μεσότητα, που οντολογικά τοποθετείται στο μέσο μεταξύ των δύο ακροτήτων της υπερβολής και της ελλείψεως. Αξιολογικά όμως η μεσότητα είναι ακρότητα, διότι εκφράζει ένα ύψιστο ιδανικό ηθικότητας· μεσότητα δεν σημαίνει κατά κανένα τρόπο μετριοκρατία και πρόχειρος συμβιβασμός των αντιθέτων. Είναι ενεργητική επιδίωξη της αρετής με τη δύναμη του λογικού. Κορωνίδες των αριστοτελικών αρετών, όπως περιγράφονται στα Ηθικά Νικομάχεια, είναι η ανδρεία και η σωφροσύνη· η πρώτη είναι στο μέσον μεταξύ θράσους και δειλίας, η δεύτερη στο μέσον μεταξύ ακολασίας και αναισθησίας. Tα δύο άκρα, εξίσου φαύλα, τείνουν να ταυτιστούν. Όμως η αρετή, ως χρυσός κανόνας του Μέσου, δεν είναι απλό πάθος ή δύναμη αλλά κλίση βουλητική, μόνιμη δεξιότητα της ψυχής κατακτημένη με άσκηση και εθισμό προς την ορθή κατεύθυνση. Ο άνθρωπος εκ φύσεως δεν είναι ούτε αγαθός ούτε μοχθηρός· η αρετή κατακτάται μόνο μέσω της πράξης.

Η αρετή είναι έξις προαιρετική, εφόσον κατά την πραγμάτωσή της ενεργοποιείται το ύψιστο πλεονέκτημα του ανθρώπινου όντος, η ελευθερία της βουλήσεως, που διαφοροποιεί το ανθρώπινο από το μη ανθρώπινο. Είναι επιλογή και πορεία βουλητική στην οποία ηγεμονεύει ο λόγος. Η πόλις, εντός της οποίας ενασκείται η αρετή, διαμορφώνει ένα ενιαίο και κρατικά εποπτευόμενο σύστημα αγωγής, που δεν προσφέρει απλώς ωφέλιμες εγκύκλιες γνώσεις αλλά εθίζει τους εκκολαπτόμενους πολίτες στην απόλαυση του ωραίου και του καλού, τους προετοιμάζει δηλαδή για πράξεις αρετής. Ακολουθώντας το γενικά παραδεκτό ιδανικό της κλασικής εποχής, η παιδεία της αριστοτελικής πόλεως έχει ως αποστολή τη διαμόρφωση υγιούς πνεύματος μέσα σε υγιές σώμα, αποδίδει δηλαδή μεγάλη σημασία στην ισόρροπη ανάπτυξη. Γυμναστική αγωγή και μουσική αγωγή δεν νοούνται ως πάρεργα αλλά έχουν ουσιαστική θέση στο πρόγραμμα εκπαίδευσης, διαπλάθοντας ολοκληρωμένες προσωπικότητες και εύψυχους προμάχους της πόλεως.

Η φιλία είναι κορυφαία κοινωνική αρετή και εχέγγυο του πνεύματος συλλογικότητας και αλληλεγγύης που συνέχει ισχυρώς τους πολίτες μεταξύ τους. Είναι ανώτερη ακόμη και από τη δικαιοσύνη, καθώς όπου επικρατεί η φιλία η απονομή του δικαίου καθίσταται περιττή. Η σφυρηλάτηση δεσμών φιλίας είναι πρωταρχικό καθήκον του νομοθέτη που διασφαλίζει την κοινωνική συνέχεια και συνοχή: έοικε δε και τας πόλεις συνέχειν η φιλία και οι νομοθέται μάλλον περί αυτήν σπουδάζειν ή την δικαιοσύνην. Φιλία είναι η έμφυτη τάση του ενός όντος να προσεγγίσει το άλλο, τάση που στον άνθρωπο πραγματώνεται εξ ελευθέρας βουλήσεως. Δεν είναι μόνο αναγκαία για την επιβίωση της πόλεως αλλά και επιθυμητή καθεαυτή, καθώς η απόκτηση του ύψιστου αγαθού περνά από την βασιλική οδό της φιλίας. Η ευδαιμονία αναφαίνεται μόνο μεταξύ φίλων, που συναποτελούν μια κοινότητα με ουσιαστικούς ψυχικούς δεσμούς, όχι μια κοινωνία της νεωτερικότητας με δεσμούς συμβατικούς. Στο πλαίσιο της φιλίας το εσύ, η ετερότητα, επιστρέφει στο εγώ· ο φίλος είναι η αντανάκλαση του εαυτού μου, η αυτοβεβαίωσή μου στην αξία του άλλου. Αντίθετα με τη μανία που χαρακτηρίζει τον έρωτα, η φιλία διακρίνεται από ευγένεια και εντιμότητα. Ένας στρατός φίλων συναποτελεί το αδιαπέραστο τείχος της πόλεως που την προστατεύει από την επιβουλή του εχθρού. Η ύψιστη ευδαιμονία κατακτάται την ιερή στιγμή της από κοινού προάσπισης του ελεύθερου τρόπου ζωής και των νόμων της πόλεως από αυτούς που είναι ισότιμοι σύντροφοι, συμμαχητές, συμπολίτες.

Το κράτος του Αριστοτέλη είναι η υπέρτατη και καθολικότερη μορφή κοινωνίας και αποσκοπεί στο ύπατο αγαθό, απαιτώντας από τα μέλη του δεσμούς πίστης και αφοσίωσης. Όπως κάθε μορφή κοινωνικότητας εδράζεται μεν στη φύση και εντοπίζει εκεί τις απαρχές του, όμως ως ηθική ενότητα είναι συγχρόνως ο σκοπός -το τέλος- κάθε ατελέστερης κοινωνικής μορφής. Το κράτος δεν συνιστά τεχνητό περιορισμό της ελευθερίας αλλά το μέσο για την κατάκτηση του ελευθέρως ζην. Ο πολιτισμένος πολιτικός βίος δεν αποτελεί έκπτωση σε σχέση με τη ζωή ενός υποθετικού ευγενούς αγρίου, ο οποίος δεν γνωρίζει ούτε το νόημα της ελευθερίας ούτε το ευ ζην.

Με σθένος ο μεγάλος δάσκαλος αντικρούει τις ευρύτατα διαδεδομένες, τότε και τώρα, απόψεις των «φιλελεύθερων» σοφιστών, ότι ο νόμος και το κράτος είναι απλώς κατά συνθήκην και ως εκ τούτου παρεμβαίνουν εξουσιαστικά στην πρωτογενή ατομική ελευθερία· αντικρούει επίσης τις εξίσου θελκτικές απόψεις των κυνικών φιλοσόφων, που διακήρυτταν, μέσα σε ένα κλίμα απογοήτευσης και παραίτησης, ότι ο σοφός άνθρωπος είναι αυτάρκης και δεν χρειάζεται να είναι πολίτης μιας πόλεως αλλά του κόσμου ολόκληρου, άπολις και άπατρις.

Σε αυτές τις εγωιστικές θέσεις ο Σταγειρίτης αντιτάσσει ένα ρωμαλέο θετικό ιδεώδες του κράτους. Το κράτος δεν υφίσταται ως «νυκτοφύλακας», για να προστατεύει απλώς τον πολίτη από την αδικία, πράγμα που θα το απομείωνε σε άθροισμα μονάδων. Ούτε υπάρχει για χάρη της οικονομικής ανταλλαγής αγαθών και της απόκτησης πλούτου. Ο νόμος δεν είναι μια απλή σύμβαση που εξασφαλίζει τον καθένα από τις παραβιάσεις των άλλων αλλά όργανο ηθικής τελειοποίησης και αντικατοπτρισμός του χαρακτήρα και της φυσιογνωμίας του κράτους. Στην οπτική του Αριστοτέλη δεν υπάρχει θέση για οικονομικές αυτοκρατορίες και τεχνητά υπερκράτη που συνδέονται με εμπορικές συμφωνίες έχοντας ως σκοπό τη μεγιστοποίηση του κέρδους. Το ευ δεν ευρίσκεται εν τω πολλώ, δεν ορίζεται ποσοτικά αλλά ποιοτικά. Τόσο ο πλούτος όσο και η πενία, στην ακρότητά τους αποτελούν εμπόδια για το δρόμο του λόγου και της αρετής. Ο ολοκληρωμένος ηθικός βίος προσιδιάζει στη μικρή κοινότητα, όπου όλοι οι πολίτες γνωρίζονται μεταξύ τους και συμμετέχουν όχι μόνο στην εκλογή των αρχόντων τους αλλά και στο αδιάσπαστο συνεχές της διαδικασίας του άρχειν και του άρχεσθαι. Σε εποχή που συνειδητοποιούμε με αύξουσα ένταση τις σκληρώσεις, την γραφειοκρατική δυσκινησία και το έλλειμμα αντιπροσώπευσης συγκεντρωτικών μεταεθνικών μορφωμάτων, η αριστοτελική πολιτειακή μεσότης ως όχημα ευδαίμονος συμβιοτής και ο κοινοτικός αστικός πατριωτισμός ως αυτοπρόσωπη μετοχή στην εξουσία και ως συγκερασμός της ολιγαρχικής έλλειψης με την δημοκρατική υπερβολή, ηχούν ιδιαιτέρως επίκαιρα για ακόμη μια φορά.