Η απόρριψη της δημοσιονομικής τόνωσης της Κομισιόν από το Eurogroup και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο

Παπαδόπουλος Ιωάννης

Η απόρριψη της δημοσιονομικής τόνωσης της Κομισιόν από το Eurogroup και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα
Στις 16 Νοεμβρίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε με ανακοίνωσή της, για πρώτη φορά στην ιστορία της ΕΕ, ένα «θετικό δημοσιονομικό προσανατολισμό της ζώνης του ευρώ». Με την έννοια του «δημοσιονομικού προσανατολισμού» καταλαβαίνουμε τον οικονομικό αντίκτυπο μέτρων που επαφίενται στη διακριτική ευχέρεια των κυβερνήσεων και που δεν είναι οι λεγόμενοι «αυτόματοι σταθεροποιητές», δηλαδή νομοθετημένες δημόσιες δαπάνες που γίνονται αυτομάτως όταν πληρούνται τα κριτήρια του νόμου, όπως π.χ. τα επιδόματα ανεργίας.
 
Ο δημοσιονομικός προσανατολισμός είναι «θετικός» σε περίπτωση αύξησης των δημοσίων δαπανών για την υποστήριξη της οικονομίας και «αρνητικός» σε περίπτωση περιστολής τους για το συμμάζεμα της οικονομίας, και υπολογίζεται επί του δημοσιονομικού ισοζυγίου αφού αφαιρεθούν οι τόκοι για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους και τα εφ’ άπαξ μέτρα. Ο δημοσιονομικός προσανατολισμός επηρεάζει τόσο τη βραχυπρόθεσμη σταθεροποίηση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος όσο και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών: ενώ μια δημοσιονομική τόνωση («θετικός δημοσιονομικός προσανατολισμός») τείνει να αυξήσει βραχυπρόθεσμα το ΑΕΠ, αυξάνει ταυτόχρονα το δημόσιο χρέος, συνεπώς αυξάνει τον κίνδυνο όσον αφορά την βιωσιμότητα του χρέους μακροπρόθεσμα.
 
Κατά συνέπεια, υπάρχουν πάντα πολιτικές επιλογές να γίνουν σχετικά με το βέλτιστο συμβιβασμό μεταξύ των δύο αντικρουόμενων στόχων της δημοσιονομικής πολιτικής, την οικονομική σταθεροποίηση/ανάκαμψη και τη δημοσιονομική βιωσιμότητα. Ανάλογα με το προκρινόμενο μίγμα πολιτικής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός παίζει λιγότερο ή περισσότερο αντικυκλικό ρόλο στον οικονομικό κύκλο. Έτσι, όσο θετικότερος είναι ο δημοσιονομικός προσανατολισμός σε περιβάλλον στασιμότητας ή ύφεσης, τόσο μεγαλύτερη πιθανότητα έχουν τα μέτρα πολιτικής να φέρουν άμεσα ανάκαμψη, και αντιστρόφως.
 
Τόσο η Επιτροπή όσο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχουν εξηγήσει τα όρια του Ευρωπαϊκού πλαισίου δημοσιονομικής πολιτικής:
Πρώτον, αυτό δεν περιέχει κανόνες ή εργαλεία για την αδιαμεσολάβητη διαχείριση του συνολικού δημοσιονομικού προσανατολισμού της ευρωζώνης, πράγμα που το διαφοροποιεί από τις δημοσιονομικές ενώσεις όπως οι ΗΠΑ, οι οποίες διαθέτουν σημαντικά εργαλεία πολιτικής για συλλογή φορολογικών εσόδων και πληρωμή δημόσιων δαπανών. Δεύτερον, το πλαίσιο είναι ασύμμετρο, καθώς το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης δεν υποχρεώνει τις πλεονασματικές χώρες – που είναι σήμερα η Γερμανία, η Ολλανδία, το Λουξεμβούργο και η Μάλτα – να αυξήσουν τις δαπάνες τους για δημόσιες επενδύσεις, με αποτέλεσμα να μην το κάνουν, ενώ ταυτόχρονα επιβάλλει σε ελλειμματικές χώρες τον μηδενισμό του ελλείμματός τους.
 
Το παράδοξο της ευρωζώνης είναι ότι όσα κράτη μέλη διαθέτουν δημοσιονομικό χώρο (δηλαδή μπορούν να αυξήσουν τις δαπάνες τους χωρίς να παραβιάζουν τα ανώτατα όρια του δημόσιου ελλείμματος και χρέους) μπορούν να τον χρησιμοποιήσουν αλλά δε θέλουν, ενώ όσα κράτη μέλη δεν διαθέτουν δημοσιονομικό χώρο (όπως η Ελλάδα και η Ιταλία) θέλουν να τον χρησιμοποιήσουν αλλά δεν μπορούν.
 
Γι’ αυτόν το λόγο η Επιτροπή τοποθετήθηκε, για πρώτη φορά στα χρονικά, υπέρ μιας αύξησης του συνολικού δημοσιονομικού προσανατολισμού της ευρωζώνης με δημοσιονομική τόνωση κατά 0,5% του ΑΕΠ (γύρω στα 50 δις ευρώ) για το 2017, καθώς υπάρχουν «τόσο η ανάγκη όσο και ένα παράθυρο ευκαιρίας να δράσουμε στο δημοσιονομικό πεδίο σ’ αυτήν τη συγκεκριμένη συγκυρία» για να «ενισχυθούν οι εγχώριες πηγές ανάπτυξης» και να «εξισορροπηθεί το συνολικό μίγμα πολιτικής της ευρωζώνης» [μεταξύ των ελλειμματικών και των πλεονασματικών χωρών]. Όμως τόσο ο γερμανός Υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε όσο και το Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου απέρριψαν ξερά αυτό το ενδεχόμενο.
 
Στο Eurogroup, μόνο η Ιταλία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα (κοινώς, οι χώρες του Νότου) υποστήριξαν την πρόταση της Επιτροπής, ενώ ο Υπουργός Οικονομικών και Πρόεδρος του οργάνου Γερούν Ντάισελμπλουμ δήλωσε ότι «η Ολλανδία δεν είναι υποχρεωμένη, όμως θα αυξήσει καλόπιστα τις δαπάνες της για επενδύσεις». Τέλος, οι πολιτικοί ηγέτες στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της περασμένης εβδομάδας απαξίωσαν πλήρως την πρόταση της Επιτροπής, όπως φαίνεται απ’ το ότι ούτε καν την ανέφεραν στα συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής.
 
Με αυτήν την περιφρόνηση όμως δε γίνονται βήματα προς μια Δημοσιονομική Ένωση, με ένα Ευρωπαϊκό Υπουργείο Οικονομικών και ένα πραγματικό και όχι λειψό Ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, τη στιγμή που οι κίνδυνοι από τη συνεχή άνοδο των «αντισυστημικών» και αντιευρωπαϊκών δυνάμεων, που εργαλειοποιούν την οργή κατά της λιτότητας, ελλοχεύουν στη Γηραιά Ήπειρο.