Μερίδια εργασίας και κερδών στο ΑΕΠ

Μελάς Κώστας

Μερίδια εργασίας και κερδών στο ΑΕΠ, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα

Σύμφωνα με τα στοιχεία των δύο Πινάκων που παρατίθενται στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να συλλογιστούμε σε σχέση με τα μερίδια εργασίας και κεφαλαίου ως % του ΑΕΠ στην Ελλάδα και στην ΕΕ-28 την περίοδο της οικονομικής κρίσης και του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής στο οποίο εισήλθε η ελληνική οικονομία το 2010.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πηγή: Μηνιαίο Δελτίο ΣΕΒ - EUROSTAT

1. Το μερίδιο της εργασίας στην ελληνική οικονομία την περίοδο εφαρμογής των μνημονίων μειώθηκε κατά 5,0% ως ποσοστό του ΑΕΠ (από 49,4% το 2010 στο 44,8% το 2015). Αν περάσουμε στο μερίδιο της εργασίας προσαρμοσμένο με τους αυτοαπασχολούμενους η μείωση αυξάνεται και φθάνει στις 6,2% ( από 73,7% το 2010 στο 67,5% το 2015).

Την ίδια περίοδο το μερίδιο της εργασίας στις χώρες της ΕΕ-28 , παραμένει περίπου σταθερό ( 2010: 59,4% - 2015: 59,1%). Προσαρμοσμένο με το μερίδιο των αυτοαπασχολούμενων παρουσιάζει μείωση περίπου 1,0% (2010: 70,5% - 2015: 69,6%). Σημειώνουμε την πρώτη ιδιομορφία της ελληνικής οικονομίας : οι αυτοαπασχολούμενοι συμμετέχουν στο μερίδιο της εργασίας σε διπλάσιο ποσοστό από τον μέσο όρο των χωρών ΕΕ-28. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πηγή: Μηνιαίο Δελτίο ΣΕΒ - EUROSTAT

2. Το μερίδιο των κερδών παρουσιάζει αύξηση τα τελευταία τρία έτη (2013-14-15) της περιόδου 2010-2015 , μετά από ένα βύθισμα το έτος 2012.

Αντιθέτως στις χώρες ΕΕ-28 παρουσιάζει σε σχέση με το έτος 2010  μικρή μείωση η οποία υποχωρεί το 2015. Το μερίδιο των κερδών ως % του ΑΕΠ στην ελληνική οικονομία , παρά την κρίση υπερβαίνει το αντίστοιχο μέσο όρο των ΕΕ-28 τα τρία τελευταία έτη (2013-2015). Αξίζει να σημειωθεί , επίσης, ότι το μερίδιο των κερδών, ως % του ΑΕΠ,  την περίοδο 2000-2009 υπερέβαινε κατά πολύ το αντίστοιχο μερίδιο των κερδών , πάντα ως % του ΑΕΠ, των χωρών ΕΕ-28 την ίδια περίοδο (Δες πίνακα 2 τέταρτη στήλη).

3. Σε ολόκληρη την  αναφερόμενη περίοδο 2000 – 2015 , οι ετήσιες  ακαθάριστες ιδιωτικές επενδύσεις (πλην κατοικιών) ως % του ΑΕΠ στην Ελλάδα είναι μικρότερες από τις αντίστοιχες των χωρών ΕΕ-28. Είναι η δεύτερη παρατηρούμενη ιδιομορφία της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες ΕΕ-28.

Ειδικότερα : την περίοδο 2000-2009 ο ετήσιος μέσος όρος των ιδιωτικών επενδύσεων (πλην κατοικιών) ήταν στην Ελλάδα , 9,7% , και στην ΕΕ-28 ο ετήσιος μέσος όρος των ιδιωτικών επενδύσεων (πλην κατοικιών) ήταν αντίστοιχα  13,0%..  Αυτό συμβαίνει παρότι στην Ελλάδα τόσο ο ετήσιος μέσος όρος του  ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ ήταν ,μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο μέσο ετήσιο ρυθμό του ΑΕΠ των χωρών ΕΕ-28 , όσο και το μερίδιο των κερδών ως % του ΑΕΠ ήταν επίσης μεγαλύτερο στην Ελλάδα.  

Την περίοδο της κρίσης 2009-2015 ο ετήσιος μέσος όρος των ιδιωτικών επενδύσεων (πλην κατοικιών) ήταν στην Ελλάδα 7,5% του ΑΕΠ. Δηλαδή υπήρξε μείωση 2,2 ποσοστιαίες μονάδες. Αντίστοιχα στις χώρες ΕΕ-28 ήταν  11,9% ως % του ΑΕΠ. Δηλαδή μείωση περίπου μιας ποσοστιαίας μονάδας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση του ανοίγματος μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ-28.

4. Η μείωση του μεριδίου εργασίας ,όπως γίνεται κατανοητό, προκάλεσε αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας με σοβαρές μακροοικονομικές επιπτώσεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι το διαθέσιμο εισόδημα από αμοιβές εργασίας περιορίστηκε και εξαιτίας της αυξημένης φορολόγησης των τελευταίων ετών. Αυτή η μείωση των εισοδημάτων της εργασίας περιόρισε τη μείωση τόσο των κερδών όσο και των άλλων εισοδημάτων του κεφαλαίου. Είναι αξιοσημείωτο ότι κατά το 2015  υπήρξε αύξηση των εισοδημάτων του κεφαλαίου. Η αναδιανομή σε βάρος των εισοδημάτων από εργασία, της οποίας η ροπή προς κατανάλωση είναι υψηλή, επηρέασε αρνητικά την ιδιωτική κατανάλωση, ενώ αντιθέτως η αύξηση του ακαθάριστου λειτουργικού πλεονάσματος δεν προκάλεσε ευδιάκριτη ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης. Στις παραπάνω μειώσεις του διαθέσιμου εισοδήματος από εργασία πρέπει να προσθέσουμε και την αύξηση της πραγματικής επιβάρυνσης των μισθωτών από την αποπληρωμή των δανείων τους προς τις τράπεζες, καθώς, ακόμη και αν το κόστος εξυπηρέτησης παρέμεινε αμετάβλητο σε ονομαστικούς όρους, αυξήθηκε ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος.

Η αρνητική επίδραση της διανομής του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας δημιουργεί διαδοχικούς κύκλους περαιτέρω κάμψης της οικονομικής δραστηριότητας μέσω του άξονα ανεργία-μισθοί-ιδιωτική κατανάλωση.

Η διατήρηση του ακαθάριστου λειτουργικού πλεονάσματος σε υψηλά επίπεδα θα μπορούσε να αποτελέσει κίνητρο για επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, κάτι το οποίο ωστόσο δεν συμβαίνει στην παρούσα συγκυρία είτε επειδή οι επιχειρήσεις διαθέτουν ακόμη αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό, είτε επειδή χρησιμοποιούν τα έσοδά τους για να αποπληρώσουν χρέη ή για να διασφαλίσουν τη ρευστότητα που υπό κανονικές συνθήκες θα τους παρείχε το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η  άνοδος της κερδοφορίας μπορεί να ενισχύσει τις επενδύσεις και το ΑΕΠ μόνο υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν θετικές προσδοκίες για αύξηση της ζήτησης.