Στο πλαίσιο των συνομιλιών με τη διοίκηση της Commerzbank ο διευθύνων σύμβουλος της UniCredit, Αντρέα Ορσέλ, «αναφέρει ως πρότυπο την ελληνική Alpha Bank, στην οποία η UniCredit κατέχει περίπου 30%.
[…] Η Alpha Bank και η Commerzbank δύσκολα συγκρίνονται μεταξύ τους. Η μία ανήκει στις τέσσερις συστημικές τράπεζες της μικρής Ελλάδας και αποτιμάται σήμερα από τους επενδυτές στα 8,8 δισεκατομμύρια ευρώ – ούτε το ένα τέταρτο της χρηματιστηριακής αξίας της Commerzbank. Και όμως ο Ορσέλ αναφέρει τις δύο τράπεζες μαζί, γιατί θα ήθελε ιδανικά να γίνει δεκτός στη Γερμανία τόσο ανοιχτά όσο στην Ελλάδα». Δεδομένου ότι η Ελλάδα ήταν «για χρόνια γονατισμένη οικονομικά και αντιμετωπιζόταν σαν παρίας, η συνεργασία με την UniCredit εκλαμβάνεται ως παράσημο».
Κάπου εδώ «σταματούν οι παραλληλισμοί με τη Γερμανία και την Commerzbank. Επειδή οι συσχετισμοί δυνάμεων είναι εντελώς διαφορετικοί, δεν θέλουν και οι Ιταλοί να προβαίνουν σε πολύ θορυβώδεις συγκρίσεις μεταξύ των τραπεζών – από φόβο μήπως αποξενώσουν την Commerzbank. Μακροπρόθεσμα παραμένει ανοιχτό το ερώτημα σε ποιο μοντέλο θα καταλήξει η κατάσταση μεταξύ UniCredit και Commerzbank, εφόσον αλλάξει το status quo: θα διαμορφωθεί μία συνεργασία χωρίς άσκηση ελέγχου, όπως στο μοντέλο με την Alpha Bank, ή θα επιλεγεί η πλήρης ενσωμάτωση;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ορσέλ θα προτιμούσε τη δεύτερη εκδοχή, […] εξαιτίας όμως της αντίστασης της Commerzbank και της γερμανικής κυβέρνησης θέλει να προχωρήσει σταδιακά. Γι’ αυτό και επιλέγει να αναφερθεί και στο ελληνικό μοντέλο».
Γιώργος Πασσάς Δημοσιογράφος στην Ελληνική Σύνταξη της DW και απόφοιτος νομικής.