Η αυξημένη χρήση ΑΙ στις τράπεζες προκαλεί ερωτήματα για κόστος καταθέσεων και ανταγωνισμό στην Ευρώπη.
Σύμφωνα με την αμερικανική επενδυτική τράπεζα, το ζήτημα έχει καταστεί πιο σύνθετο το 2026, καθώς η ταχεία εξέλιξη των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων (LLM) δημιουργεί σενάρια διαταραχής σε προμήθειες, pricing και διαχείριση πελατειακών σχέσεων.
Η Goldman εστιάζει σε δύο βασικούς κινδύνους:
α) πιθανή μείωση εσόδων από προμήθειες και
β) αύξηση του κόστους καταθέσεων σε περίπτωση έντονου ανταγωνισμού από ψηφιακές πλατφόρμες.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη. Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, μια αύξηση 25 μονάδων βάσης στο κόστος τοκοφόρων λογαριασμών λιανικής θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση 3% στα προ φόρων κέρδη και κατά περίπου 0,7 ποσοστιαίες μονάδες στο ROTE, κατά μέσο όρο.
Οι τράπεζες της Γαλλίας, Ολλανδίας, Βελγίου, Λουξεμβούργου και Ηνωμένου Βασιλείου εμφανίζονται πιο εκτεθειμένες σε διάβρωση των καθαρών εσόδων από τόκους (NII), καθώς διαθέτουν μεγαλύτερη βάση αποταμιευτικών προϊόντων που επιδιώκουν βελτιστοποίηση απόδοσης. Αντίθετα, οι τράπεζες της Σκανδιναβίας, Ισπανίας και Ελλάδας παρουσιάζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα.
Ειδικά για την Ελλάδα, η Goldman υπογραμμίζει ότι το μεγαλύτερο μέρος των καταθέσεων αφορά μη τοκοφόρους ή πολύ χαμηλού επιτοκίου λογαριασμούς όψεως και ταμιευτηρίου. Το μείγμα αυτό λειτουργεί ως “μαξιλάρι” έναντι απότομης αύξησης του κόστους χρηματοδότησης. Σε σενάριο ανόδου 25 μ.β. στα τοκοφόρα προϊόντα, η επίπτωση στα προ φόρων κέρδη των ελληνικών τραπεζών θα ήταν σχεδόν μηδενική, ενώ ο αντίκτυπος στο ROTE μόλις 0,1%.
Παράλληλα, ακόμη και σε περίπτωση μείωσης 5% στα έσοδα από προμήθειες, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν περιορισμένη ευαισθησία, με αρνητική επίδραση περίπου 0,4% στο ROTE, σε σύγκριση με 2,2% για τις ελβετικές και 1% για τις ιταλικές.
Συμπερασματικά, η Goldman Sachs εκτιμά ότι η ΑΙ μπορεί να ενισχύσει μακροπρόθεσμα την αποδοτικότητα μέσω βελτιωμένου cross-selling και λειτουργικών οικονομιών κλίμακας. Παρά τους βραχυπρόθεσμους κινδύνους διαταραχής, οι ελληνικές τράπεζες φαίνεται να διαθέτουν πανευρωπαϊκό συγκριτικό πλεονέκτημα, χάρη στη δομή των καταθέσεών τους και στη χαμηλή εξάρτηση από υψηλής απόδοσης λογαριασμούς.
Ελευθερία Κούρταλη