Η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι.
Καλείται να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της απέναντι στις ΗΠΑ και την Κίνα, την ώρα που αντιμετωπίζει εσωτερικές διαφωνίες για τη στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσει.
Το βασικό ερώτημα που κυριαρχεί στις Βρυξέλλες είναι πώς η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πετύχει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης χωρίς να υπονομεύσει τον ανοιχτό χαρακτήρα της ενιαίας αγοράς.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ursula von der Leyen, έχει θέσει ως προτεραιότητα την απλοποίηση των κανονισμών και τη μείωση της γραφειοκρατίας, προκειμένου να καταστεί η Ευρώπη πιο φιλική προς τις επενδύσεις και την καινοτομία. Η υπερρύθμιση θεωρείται από πολλούς παράγοντας που περιορίζει την ταχύτητα ανάπτυξης, ειδικά σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η πράσινη ενέργεια και η βιομηχανική παραγωγή.
Την ίδια στιγμή, η Γαλλία, υπό τον Emmanuel Macron, προωθεί μια πιο στρατηγική προσέγγιση προστασίας ευρωπαϊκών συμφερόντων, με έμφαση στην ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και της βιομηχανικής αυτονομίας. Η ιδέα της «ευρωπαϊκής προτίμησης» σε κρίσιμους τομείς προκαλεί αντιδράσεις από χώρες του Βορρά, που φοβούνται στροφή σε έμμεσο προστατευτισμό.
Η συζήτηση δεν περιορίζεται μόνο στη βιομηχανική πολιτική. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει χαμηλότερη παραγωγικότητα, δημογραφικές πιέσεις και επενδυτικό κενό σε σύγκριση με τις ΗΠΑ. Παράλληλα, το ενεργειακό κόστος παραμένει υψηλότερο από αυτό των βασικών ανταγωνιστών, επιβαρύνοντας τη μεταποίηση.
Οι αγορές παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, καθώς η στρατηγική που θα επιλεγεί θα καθορίσει τη μεσοπρόθεσμη πορεία της ευρωπαϊκής ανάπτυξης. Η πρόκληση για την ΕΕ είναι να ισορροπήσει ανάμεσα σε ανοιχτές αγορές, τεχνολογική πρωτοπορία και στρατηγική αυτονομία, χωρίς να διαρρήξει την ενιαία οικονομική της συνοχή.